Ασυμβίβαστο, προθεσμίες και ευθύνες των υπηρεσιών – Γιατί η καθυστέρηση στον έλεγχο μπορεί να αφήνει αιρετούς στις θέσεις τους, ενώ ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία
Ένα ζήτημα που εμφανίζεται σε διαφορετικούς Δήμους της χώρας και δεν περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη περιοχή βρίσκεται στο επίκεντρο της λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης: οι οφειλές αιρετών προς τους Δήμους και ο τρόπος με τον οποίο ελέγχονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Το θέμα έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε διαδικασίες έκπτωσης αιρετών, αλλά και σε δικαστικές προσφυγές. Ωστόσο, πίσω από τις επιμέρους υποθέσεις αναδεικνύεται ένα ευρύτερο διοικητικό πρόβλημα. Ο νόμος προβλέπει έναν συγκεκριμένο μηχανισμό ελέγχου, όμως η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το εάν οι οικονομικές υπηρεσίες των Δήμων κινηθούν έγκαιρα και εάν η αρμόδια εποπτεύουσα αρχή ενημερωθεί χωρίς καθυστέρηση.
Το όριο των 300 ευρώ και το ασυμβίβαστο
Το άρθρο 11 του ν. 4804/2021 προβλέπει ασυμβίβαστο για δημάρχους, δημοτικούς συμβούλους, συμβούλους και προέδρους δημοτικών κοινοτήτων που είναι οφειλέτες του Δήμου και συγκεκριμένων νομικών προσώπων του, όταν η συνολική οφειλή υπερβαίνει τα 300 ευρώ.
Στις οφειλές μπορούν να περιλαμβάνονται διαφορετικές κατηγορίες απαιτήσεων, όπως τέλη, μισθώματα, κλήσεις και λογαριασμοί ύδρευσης, ανάλογα με τον φορέα προς τον οποίο υφίσταται η οφειλή.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η οφειλή δεν αποκλείει κάποιον από την εκλογική διαδικασία. Μπορεί όμως να δημιουργήσει ασυμβίβαστο με την κατοχή του αξιώματος. Η νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένες προθεσμίες μέσα στις οποίες η οφειλή μπορεί να εξοφληθεί ή να ρυθμιστεί νόμιμα.
Επομένως, σε κάθε υπόθεση δεν αρκεί να διαπιστωθεί απλώς ότι υπάρχει χρέος. Πρέπει να εξεταστεί πότε δημιουργήθηκε, πότε βεβαιώθηκε, πότε κατέστη οριστικό και πότε ενημερώθηκε ο ενδιαφερόμενος.
Ο έλεγχος δεν είναι υπόθεση καταγγελιών
Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα σημεία του θεσμικού πλαισίου.
Η οικονομική υπηρεσία κάθε Δήμου δεν καλείται να περιμένει καταγγελία ή αίτημα από πολιτικό αντίπαλο ενός αιρετού. Ο νόμος προβλέπει αυτεπάγγελτο έλεγχο των ανακηρυχθέντων αιρετών και ενημέρωση της αρμόδιας εποπτεύουσας αρχής όταν προκύπτουν οι σχετικές προϋποθέσεις.
Η εγκύκλιος 1334/2023 του Υπουργείου Εσωτερικών έδωσε επιπλέον οδηγίες στις οικονομικές υπηρεσίες, επισημαίνοντας τη σημασία του χρόνου κατά τον οποίο προέκυψε η οφειλή και των επιμέρους σταδίων που πρέπει να τεκμηριώνονται.
Με άλλα λόγια, η διαδικασία απαιτεί έλεγχο και καταγραφή. Δεν πρόκειται μόνο για μια ηλεκτρονική αναζήτηση οφειλών, αλλά για τη συγκέντρωση των στοιχείων που επιτρέπουν να κριθεί εάν και πότε ενεργοποιούνται οι συνέπειες του νόμου.
Όταν η διοίκηση καθυστερεί
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο έλεγχος δεν ολοκληρώνεται εγκαίρως.
Σε αρκετούς Δήμους, η εικόνα των οφειλών βρίσκεται σε διαφορετικά πληροφοριακά συστήματα και αφορά περισσότερους από έναν φορείς. Η διασταύρωση των στοιχείων μπορεί να απαιτεί χειροκίνητη εργασία, ενώ υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες μια οφειλή δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί ή δεν έχει κοινοποιηθεί με τρόπο που να επιτρέπει να αποδειχθεί η γνώση του αιρετού.
Αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα σύνθετη κατάσταση: μια οφειλή να υπάρχει στην πράξη, αλλά η διαδικασία που οδηγεί στην έκπτωση να μην μπορεί να ολοκληρωθεί επειδή δεν έχουν αποδειχθεί όλα τα απαιτούμενα στάδια.
Και τότε η διοικητική καθυστέρηση μετατρέπεται σε κρίσιμο παράγοντα μιας υπόθεσης που μπορεί να καταλήξει στη δικαιοσύνη.
Ο δεύτερος κρίκος της αλυσίδας
Μετά την οικονομική υπηρεσία ακολουθεί η αρμόδια εποπτεύουσα αρχή. Ο γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, στο ισχύον μεταβατικό σύστημα εποπτείας, έχει συγκεκριμένο ρόλο όταν λάβει γνώση της μη εξόφλησης ή μη ρύθμισης οφειλής.
Η σχετική πράξη έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι η διοικητική πράξη δεν δημιουργεί από μόνη της το ασυμβίβαστο, αλλά διαπιστώνει ότι έχουν συντρέξει οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Η ταχύτητα, επομένως, με την οποία μεταφέρονται οι πληροφορίες από τον Δήμο στην εποπτεύουσα αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Το πραγματικό πανελλαδικό ζήτημα
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τους αιρετούς που έχουν οφειλές. Αφορά και την ικανότητα του διοικητικού συστήματος να εφαρμόζει έναν ενιαίο κανόνα σε όλους τους Δήμους.
Εάν σε έναν Δήμο ο έλεγχος γίνεται άμεσα και σε έναν άλλο μήνες αργότερα, δημιουργείται διαφορετική ταχύτητα εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας. Και όσο καθυστερεί ο έλεγχος, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να προκύψουν αμφισβητήσεις για την ημερομηνία βεβαίωσης, την κοινοποίηση, τη γνώση της οφειλής και την τήρηση των προθεσμιών.
Το ζήτημα, επομένως, δεν εξαντλείται στο εάν ένας αιρετός έχει χρέος άνω των 300 ευρώ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ολόκληρη η διοικητική αλυσίδα λειτουργεί όπως προβλέπει ο νόμος.
Για την Αυτοδιοίκηση, αυτό μεταφράζεται σε ένα ευρύτερο αίτημα: ενιαίους και έγκαιρους ελέγχους, πλήρη τεκμηρίωση και σαφή διαδικασία από τη στιγμή που εντοπίζεται μια οφειλή μέχρι τη διαπίστωση των συνεπειών της.
Γιατί όταν ο έλεγχος καθυστερεί, η υπόθεση δεν παραμένει απλώς οικονομική. Μετατρέπεται σε ζήτημα θεσμικής λειτουργίας, διοικητικής ευθύνης και αξιοπιστίας της ίδιας της διαδικασίας εποπτείας των αιρετών σε ολόκληρη τη χώρα.