.
.
Γράφει ο Nicholas Havoutis*
Υπάρχει ένας απλός κανόνας στα προσωπικά οικονομικά που συχνά χάνεται μέσα στη συζήτηση για μετοχές, επενδύσεις και αποδόσεις: Πριν προσπαθήσεις να κερδίσεις 7% ή 8% από τα χρήματά σου, ίσως πρέπει πρώτα να σταματήσεις να πληρώνεις 18% ή 20% για χρήματα που ήδη ξόδεψες.
Στην Ελλάδα του 2026, η πιστωτική κάρτα μπορεί να είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο. Προσφέρει ευκολία, ασφάλεια, περίοδο πίστωσης και προγράμματα επιβράβευσης.
Υπάρχει όμως μια λεπτή γραμμή. Όσο η κάρτα εξοφλείται πλήρως κάθε μήνα, λειτουργεί ως μέσο πληρωμής. Από τη στιγμή που το υπόλοιπο αρχίζει να μεταφέρεται από μήνα σε μήνα, μετατρέπεται σε δάνειο. Και συχνά σε ένα από τα ακριβότερα δάνεια που μπορεί να έχει ένα ελληνικό νοικοκυριό.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το υψηλό επιτόκιο. Είναι ο συνδυασμός υψηλού επιτοκίου, ανακυκλούμενου χρέους και της «παρηγοριάς» της ελάχιστης μηνιαίας καταβολής.
Ο καταναλωτής πληρώνει. Ο λογαριασμός παραμένει ενήμερος. Αλλά το χρέος μπορεί να παραμένει εκεί για χρόνια. Και όσο παραμένει, ο τόκος δουλεύει. Όχι για τον καταναλωτή. Για την τράπεζα.
1. Οι αριθμοί λένε μια πολύ καθαρή ιστορία
Τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποκαλύπτουν μια εντυπωσιακή διαφορά στο κόστος των διαφορετικών μορφών δανεισμού.
Τον Μάιο του 2026, το μέσο επιτόκιο της ευρύτερης κατηγορίας των καταναλωτικών δανείων χωρίς καθορισμένη διάρκεια —η οποία περιλαμβάνει πιστωτικές κάρτες, ανοικτά δάνεια και υπεραναλήψεις— βρισκόταν στο 14,63%.
Την ίδια στιγμή:
- τα καταναλωτικά δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο βρίσκονταν κατά μέσο όρο στο 10,75%,
- τα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο στο 3,50%,
- ενώ το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων βρισκόταν μόλις στο 0,35%.
Η διαφορά είναι τεράστια.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι το υψηλό κόστος αυτής της μορφής πίστωσης δεν ήταν ένα προσωρινό φαινόμενο ενός μήνα.
ΠΗΓΗ https://www.euro2day.gr/