.
.
Το δυστύχημα στην Τανάγρα δεν αφήνει μόνο πίσω του δύο νεκρούς πιλότους. Αφήνει και ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις για τη συμμετοχή ενός πολεμικού αεροσκάφους σε μια απαιτητική αεροπορική επίδειξη και ποιοι ελέγχουν ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις ασφαλείας;
Η παρέμβαση της Σίας Αναγνωστοπούλου μεταφέρει τη συζήτηση από το ίδιο το δυστύχημα στο σύστημα αποφάσεων που προηγήθηκε. Η ερώτηση για την αναβάθμιση του F-4 δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Εφόσον επιβεβαιωθεί ότι υπήρχαν συγκεκριμένες τεχνικές ή επιχειρησιακές προϋποθέσεις για τέτοιου είδους πτήσεις, τότε πρέπει να γίνει σαφές ποιος πιστοποίησε ότι αυτές πληρούνταν.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει το ζήτημα της διοργάνωσης. Όταν μια αεροπορική επίδειξη πραγματοποιείται με συμμετοχή πολεμικού αεροσκάφους και μάλιστα στο πλαίσιο διοργάνωσης ιδιώτη, η ευθύνη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή οργανωτική λεπτομέρεια. Ποιος καταρτίζει το πρόγραμμα; Ποιος εγκρίνει τους ελιγμούς; Ποιος αξιολογεί τις συνθήκες; Και ποιος έχει τον τελικό λόγο για το αν ένα συγκεκριμένο αεροσκάφος και πλήρωμα είναι κατάλληλα για τη συγκεκριμένη αποστολή;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν θεσμικά και όχι μέσα από διαρροές ή γενικόλογες αναφορές.
Η τραγωδία της Τανάγρας δεν πρέπει να μετατραπεί σε μια ακόμη υπόθεση που θα περιοριστεί σε ένα πόρισμα το οποίο θα διαβαστεί από λίγους. Αν υπάρχουν ευθύνες, πρέπει να αποδοθούν. Αν δεν υπάρχουν, αυτό επίσης πρέπει να τεκμηριωθεί με τρόπο που να μην αφήνει σκιές.
Και κυρίως, η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία οφείλει να απαντήσει σε ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα:
Πριν από την απογείωση του μοιραίου Phantom, είχαν γίνει όλα όσα έπρεπε να γίνουν ώστε να αποκλειστεί ένας τέτοιος κίνδυνος;
Αυτό είναι το ερώτημα που πλέον βρίσκεται πάνω από την Τανάγρα. Και δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο αεροσκάφος. Αφορά ολόκληρη την αλυσίδα ευθύνης που οδηγεί από την απόφαση συμμετοχής μιας πολεμικής μονάδας μέχρι τη στιγμή της απογείωσης.