.
.
Η έρευνα δεν δείχνει μόνο φθορά της κυβέρνησης — δείχνει κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς
Τα ευρήματα της νέας έρευνας δεν αποτελούν απλώς ακόμη μία μέτρηση της κυβερνητικής δημοτικότητας. Αποτυπώνουν ένα βαθύτερο πρόβλημα: τη διεύρυνση της απόστασης ανάμεσα στην κοινωνία και την πολιτική εξουσία.
Το 71,3% των πολιτών που θεωρεί την κυβέρνηση ασυνεπή στις εξαγγελίες και τις δεσμεύσεις της δείχνει ότι το ζήτημα δεν περιορίζεται πλέον σε μία συγκεκριμένη κυβερνητική πολιτική. Η αμφισβήτηση αφορά συνολικά την αξιοπιστία του κυβερνητικού λόγου και την ικανότητα της πολιτείας να μετατρέπει τις υποσχέσεις σε αποτέλεσμα.
Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο πολιτικό μήνυμα της έρευνας. Όταν ένας πολίτης κρίνει την κυβέρνηση, δεν κοιτά πλέον μόνο τις εξαγγελίες. Την κρίνει από το εάν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο, από το κόστος των βασικών αγαθών, από την πρόσβαση σε υπηρεσίες Υγείας, από την καθημερινή λειτουργία του κράτους και από το εάν αισθάνεται ότι οι θεσμοί λειτουργούν με τους ίδιους κανόνες για όλους.
Η Δικαιοσύνη γίνεται το πιο επικίνδυνο πολιτικό μέτωπο
Το 88% που καταγράφεται στο ζήτημα της Δικαιοσύνης είναι το στοιχείο που δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Δεν πρόκειται απλώς για αρνητική αξιολόγηση μιας κυβερνητικής πολιτικής. Πρόκειται για αμφισβήτηση ενός από τους βασικούς πυλώνες της δημοκρατικής λειτουργίας.
Η αίσθηση ότι δεν ισχύουν οι ίδιοι κανόνες για όλους μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επικίνδυνη για μια κυβέρνηση από μια κακή οικονομική επίδοση. Η ακρίβεια δημιουργεί κοινωνική πίεση. Η αμφισβήτηση της Δικαιοσύνης, όμως, δημιουργεί θεσμική κρίση εμπιστοσύνης.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: η κοινωνία δεν ζητά μόνο καλύτερη διαχείριση. Ζητά να γνωρίζει ότι οι κανόνες εφαρμόζονται ισότιμα, ότι οι ευθύνες αποδίδονται όπου υπάρχουν και ότι η πολιτική ισχύς δεν δημιουργεί διαφορετική μεταχείριση.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η κυβέρνηση — είναι και η πολιτική εκπροσώπηση
Υπάρχει, ωστόσο, μία δεύτερη ανάγνωση που δεν πρέπει να αγνοηθεί. Η μεγάλη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η κοινωνία έχει αποφασίσει ποιος θα την αντικαταστήσει.
Αυτό είναι το μεγάλο πολιτικό παράδοξο της σημερινής συγκυρίας.
Μία κυβέρνηση μπορεί να καταγράφει σημαντική φθορά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η αντιπολίτευση έχει καταφέρει να μετατρέψει αυτή τη δυσαρέσκεια σε πειστική εναλλακτική πρόταση. Η κοινωνία μπορεί να απορρίπτει τη διακυβέρνηση χωρίς ταυτόχρονα να έχει αποφασίσει ποιο πολιτικό σχέδιο θέλει στη θέση της.
Γι’ αυτό και τα συγκεκριμένα ποσοστά χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση. Δεν αποτελούν από μόνα τους πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος. Αποτελούν, όμως, ένα σαφές προειδοποιητικό σήμα για το πολιτικό σύστημα.
Η καθημερινότητα είναι πλέον ο πραγματικός κριτής
Η μεγαλύτερη αλλαγή των τελευταίων ετών είναι ότι η πολιτική αντιπαράθεση επιστρέφει από τις μεγάλες εξαγγελίες στην καθημερινότητα.
Ο πολίτης δεν αξιολογεί πλέον μόνο το κυβερνητικό αφήγημα περί ανάπτυξης, μεταρρυθμίσεων και εκσυγχρονισμού. Το συγκρίνει με τη δική του πραγματικότητα.
Με την τιμή στο σούπερ μάρκετ. Με το ενοίκιο. Με τον μισθό. Με την κατάσταση του νοσοκομείου. Με τον χρόνο που απαιτείται για να αποδοθεί Δικαιοσύνη. Με το αν αισθάνεται ότι το κράτος βρίσκεται δίπλα του ή απέναντί του.
Και όσο μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική εικόνα και την κοινωνική εμπειρία, τόσο περισσότερο το επικοινωνιακό αφήγημα χάνει την αποτελεσματικότητά του.
Το πραγματικό ερώτημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν η κυβέρνηση έχει υποστεί φθορά. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η φθορά είναι υπαρκτή και σημαντική.
Το ερώτημα είναι εάν μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη.
Γιατί η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται με μία ακόμη εξαγγελία, μία επικοινωνιακή καμπάνια ή μία νέα πολιτική δέσμευση. Απαιτεί μετρήσιμα αποτελέσματα και, κυρίως, απαντήσεις στα ζητήματα που η κοινωνία θεωρεί άλυτα.
Η νέα έρευνα, υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη πονοκέφαλο για το Μέγαρο Μαξίμου. Είναι ένας καθρέφτης της σχέσης ανάμεσα στην κοινωνία και την εξουσία.
Και το ερώτημα που αφήνει πίσω της είναι πολύ μεγαλύτερο από τα ποσοστά:
Πόση ακόμη απόσταση μπορεί να αντέξει μία κυβέρνηση ανάμεσα σε αυτά που υπόσχεται και σε αυτά που βιώνουν οι πολίτες;