.
.
Η φετινή παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ πραγματοποιείται σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει σε ένα ολοένα πιο δύσκολο ερώτημα: κατά πόσο οι οικονομικές επιδόσεις που επικαλείται μεταφράζονται σε πραγματική βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.
Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να παρουσιάσει έναν οδικό χάρτη φορολογικών ελαφρύνσεων και εισοδηματικών παρεμβάσεων με ορίζοντα την επόμενη τετραετία. Η επιλογή αυτή, ωστόσο, δημιουργεί ένα πολιτικό παράδοξο. Όσο περισσότερο οι λύσεις μετατίθενται στο μέλλον, τόσο περισσότερο η κυβέρνηση εκτίθεται στο ερώτημα γιατί η οικονομική ανακούφιση δεν μπορεί να γίνει αισθητή σήμερα.
Η ακρίβεια αποτελεί ίσως το σημαντικότερο πεδίο δοκιμασίας. Για ένα νοικοκυριό, οι μακροοικονομικοί δείκτες έχουν μικρότερη σημασία όταν το εισόδημα εξαντλείται στα ενοίκια, στους λογαριασμούς και στις βασικές ανάγκες. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το χάσμα ανάμεσα στην κυβερνητική αφήγηση και στην κοινωνική εμπειρία.
Στο μέτωπο της φορολογίας, οι ελεύθεροι επαγγελματίες αποτελούν επίσης δύσκολη κατηγορία για την κυβέρνηση. Το τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης έχει προκαλέσει έντονη κριτική, καθώς οι επαγγελματίες υποστηρίζουν ότι η φορολογική επιβάρυνση δεν αντανακλά πάντοτε το πραγματικό εισόδημά τους. Κάθε νέα φορολογική ελάφρυνση, επομένως, θα κριθεί όχι από το μέγεθος της κυβερνητικής ανακοίνωσης αλλά από το ποσό που τελικά θα παραμείνει στην τσέπη.
Ανάλογη είναι η συζήτηση για μισθούς και συντάξεις. Η κυβέρνηση επιλέγει στοχευμένες παρεμβάσεις, ενώ η αντιπολίτευση ζητά πιο γενικευμένες λύσεις, όπως η επαναφορά του 13ου μισθού και της 13ης σύνταξης. Η σύγκρουση δεν είναι μόνο δημοσιονομική. Είναι και πολιτική: αφορά το ποιος αποφασίζει ποιοι θα ωφεληθούν, πότε και σε ποιο βαθμό.
Ιδιαίτερη πίεση δέχεται η κυβέρνηση και στο ζήτημα της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Οι υποθέσεις των παρακολουθήσεων, οι αντιπαραθέσεις γύρω από τη λειτουργία του κράτους και οι συνεχείς πολιτικές συγκρούσεις έχουν δημιουργήσει ένα πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση καλείται να υπερασπιστεί όχι μόνο τις πολιτικές της αλλά και το συνολικό της θεσμικό αποτύπωμα.
Το ίδιο ισχύει για τον αγροτικό κόσμο και τη διαχείριση των ευρωπαϊκών ενισχύσεων. Εκεί η κυβέρνηση δεν αρκεί να παρουσιάσει μέτρα στήριξης. Χρειάζεται να πείσει ότι οι μηχανισμοί του κράτους λειτουργούν αποτελεσματικά, με διαφάνεια και χωρίς να αφήνουν περιθώριο για αμφισβήτηση.
Το πολιτικό πρόβλημα, επομένως, δεν βρίσκεται αποκλειστικά στο ύψος των παροχών που θα ανακοινωθούν στη ΔΕΘ. Βρίσκεται στην αξιοπιστία τους. Μια κυβέρνηση που βρίσκεται ήδη αρκετά χρόνια στην εξουσία δεν μπορεί να ζητά απλώς πίστωση χρόνου. Κρίνεται για όσα υποσχέθηκε, για όσα υλοποίησε και κυρίως για όσα εξακολουθούν να παραμένουν άλυτα.
Η ΔΕΘ μπορεί να προσφέρει στην κυβέρνηση μια επικοινωνιακή ανάσα. Δεν μπορεί όμως από μόνη της να εξαφανίσει τις αντιφάσεις της καθημερινότητας. Εάν οι πολίτες εξακολουθούν να αισθάνονται ότι το εισόδημά τους πιέζεται, η στέγαση γίνεται δυσκολότερη και οι δημόσιες υπηρεσίες δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες τους, τότε καμία εξαγγελία με ορίζοντα το 2030 δεν αρκεί για να κλείσει την απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική εικόνα και στην κοινωνική πραγματικότητα.
Και αυτή είναι, τελικά, η μεγαλύτερη πολιτική δοκιμασία του Κυριάκου Μητσοτάκη: όχι αν μπορεί να παρουσιάσει ένα ακόμη πακέτο μέτρων, αλλά αν μπορεί να πείσει ότι η επόμενη ημέρα θα είναι πράγματι καλύτερη από τη σημερινή.