Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Submitted by aegeo on

.

.

Από το ATM στο καφενείο: Η «λύση» που μεταφέρει την ευθύνη της τράπεζας στον έμπορο
kafeneio

Τι σημαίνει στην πράξη η δυνατότητα ανάληψης μετρητών από καταστήματα λιανικής και γιατί η λύση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την παρουσία ATM στην περιφέρεια

Φανταστείτε έναν κάτοικο ενός απομακρυσμένου χωριού να χρειάζεται επειγόντως μετρητά. Το μοναδικό ATM της περιοχής έχει απομακρυνθεί και το κοντινότερο βρίσκεται δεκάδες χιλιόμετρα μακριά. Η λύση που εξετάζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι να μπορεί να μπει στο καφενείο, στο παντοπωλείο ή σε άλλο κατάστημα της περιοχής, να δώσει την τραπεζική του κάρτα και να πάρει μετρητά, ακόμη και χωρίς να προηγηθεί αγορά.

Η ιδέα ακούγεται πρακτική. Το ερώτημα, όμως, είναι αν αποτελεί πραγματική λύση ή αν μεταφέρει απλώς το πρόβλημα από την τράπεζα στον μικρό επιχειρηματία.

Το θέμα ήρθε στο προσκήνιο μετά την ερώτηση που κατέθεσε στις 15 Ιουνίου ο βουλευτής Ιωαννίνων του ΠΑΣΟΚ Γιάννης Τσίμαρης, με αφορμή την απομάκρυνση του μοναδικού ATM από το Δελβινάκι Πωγωνίου.

Στην απάντηση του υπουργείου Οικονομικών, η γενική γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Θεώνη Αλαμπάση αναφέρεται στο νέο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο για τις υπηρεσίες πληρωμών. Όπως επισημαίνει, προβλέπεται η δυνατότητα παροχής υπηρεσιών ανάληψης μετρητών από εμπόρους λιανικής, ακόμη και χωρίς να έχει προηγηθεί αγορά προϊόντος ή υπηρεσίας.

Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή, η οποία θα μπορούσε να βελτιώσει την πρόσβαση στα μετρητά, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου οι τράπεζες και τα ATM αποσύρονται.

Όμως εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.

Ποιος θα έχει τα μετρητά;

Ένα μικρό κατάστημα σε ένα απομακρυσμένο χωριό δεν είναι τράπεζα. Ο καταστηματάρχης δεν έχει απεριόριστη ρευστότητα ούτε είναι αυτονόητο ότι θα μπορεί να διαθέσει μεγάλα ποσά σε έναν πελάτη.

Τι θα συμβεί, για παράδειγμα, αν ένας συνταξιούχος θέλει να κάνει ανάληψη 500 ή 1.000 ευρώ και το κατάστημα διαθέτει πολύ μικρότερο ποσό στο ταμείο;

Και ακόμη περισσότερο: ποιος αναλαμβάνει τον κίνδυνο να διατηρεί ένας μικρός επαγγελματίας αυξημένα ποσά μετρητών επειδή το κατάστημα λειτουργεί παράλληλα ως σημείο ανάληψης;

Το ζήτημα της ασφάλειας δεν είναι δευτερεύον. Ένα κατάστημα που μέχρι σήμερα διατηρούσε ένα περιορισμένο ποσό στο ταμείο, ενδέχεται να χρειάζεται πλέον να διαθέτει περισσότερα μετρητά για να εξυπηρετεί αναλήψεις. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη έκθεση σε κλοπές και ληστείες.

Και αν όλοι ζητήσουν ανάληψη;

Υπάρχει και ένα δεύτερο πρακτικό πρόβλημα.

Σε ένα μικρό χωριό, μπορεί να υπάρξει ημέρα κατά την οποία αρκετοί κάτοικοι θα χρειαστούν μετρητά. Αν το κατάστημα διαθέσει μεγάλο μέρος του ταμείου του για αναλήψεις, μπορεί να βρεθεί το ίδιο χωρίς επαρκή ρευστότητα για την καθημερινή του λειτουργία.

Ουσιαστικά, το κατάστημα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς ρόλους: να εξυπηρετεί τους πελάτες του και ταυτόχρονα να λειτουργεί ως μικρό σημείο τραπεζικών αναλήψεων.

Και αυτό γεννά ένα εύλογο ερώτημα: ποιος θα εγγυάται ότι θα υπάρχει πάντοτε διαθέσιμο cash;

Η προμήθεια και το κόστος για τον πολίτη

Ένα ακόμη ζήτημα είναι το κόστος.

Σε αντίστοιχα μοντέλα του εξωτερικού, η υπηρεσία μπορεί να συνοδεύεται από αμοιβή ή προμήθεια. Εφόσον λοιπόν ένας πολίτης δεν έχει πλέον πρόσβαση σε ATM και υποχρεώνεται να κάνει ανάληψη από ένα κατάστημα, είναι εύλογο να εξεταστεί ποιος θα πληρώνει το κόστος της υπηρεσίας.

Γιατί διαφορετικό πράγμα είναι η δυνατότητα επιλογής ενός καταστήματος για ανάληψη και διαφορετικό να μην υπάρχει καμία άλλη επιλογή.

Στη δεύτερη περίπτωση, η «εθελοντική» υπηρεσία μπορεί στην πράξη να μετατραπεί σε αναγκαστική επιλογή για τους κατοίκους μιας περιοχής.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι η εγκατάλειψη της περιφέρειας

Η ουσία της συζήτησης βρίσκεται τελικά αλλού.

Η απομάκρυνση ενός ATM από ένα απομακρυσμένο χωριό δεν αφορά μόνο την ευκολία ανάληψης χρημάτων. Αφορά το αν μια περιοχή εξακολουθεί να διαθέτει βασικές υποδομές και υπηρεσίες.

Για έναν κάτοικο μιας μεγάλης πόλης, η απουσία ενός ATM μπορεί να σημαίνει μερικά λεπτά επιπλέον μετακίνησης.

Για έναν κάτοικο ενός ορεινού ή παραμεθόριου χωριού, μπορεί να σημαίνει διαδρομή δεκάδων χιλιομέτρων.

Και ειδικά για τους ηλικιωμένους, οι οποίοι αποτελούν σημαντικό μέρος του πληθυσμού πολλών απομακρυσμένων περιοχών, η πρόσβαση σε μετρητά δεν είναι απλώς μια τραπεζική υπηρεσία. Είναι μέρος της καθημερινής τους αυτονομίας.

Συμπληρωματική λύση, όχι υποκατάστατο

Η δυνατότητα ανάληψης μετρητών από καταστήματα μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο.

Μπορεί να δώσει λύση εκεί όπου ένα ATM δεν είναι οικονομικά βιώσιμο, να αξιοποιήσει το υφιστάμενο δίκτυο των μικρών επιχειρήσεων και να κρατήσει μέρος της οικονομικής δραστηριότητας μέσα στα χωριά.

Δεν μπορεί όμως από μόνη της να αποτελεί απάντηση στην αποψίλωση της περιφέρειας από τραπεζικές υποδομές.

Το κράτος θα πρέπει να ξεκαθαρίσει ποια θα είναι τα κριτήρια. Σε ποιες περιοχές θα πρέπει να υπάρχει υποχρεωτικά πρόσβαση σε ATM; Ποιος θα διασφαλίζει την επάρκεια των μετρητών; Ποιος θα καλύπτει το κόστος και τους κινδύνους των καταστημάτων; Τι θα γίνεται στα χωριά που δεν διαθέτουν καν κατάστημα λιανικής;

Και κυρίως: θα χρησιμοποιηθεί το νέο μοντέλο για να συμπληρώσει τα ATM ή για να δικαιολογήσει την κατάργησή τους;

Εκεί βρίσκεται η ουσία.

Γιατί αν το μήνυμα προς έναν κάτοικο της παραμεθόριας Ελλάδας είναι «δεν θα έχεις ATM, αλλά μπορείς να ζητήσεις από τον καφετζή να σου δώσει μετρητά», τότε δεν μιλάμε απλώς για μια καινοτόμο τραπεζική υπηρεσία.

Μιλάμε για μια αλλαγή μοντέλου, όπου ένα μέρος της ευθύνης για την πρόσβαση των πολιτών στο χρήμα μεταφέρεται από τις τράπεζες και το κράτος στους μικρούς επαγγελματίες της περιφέρειας.

Και αυτό είναι κάτι που αξίζει να συζητηθεί πολύ πιο ανοιχτά πριν γίνει καθημερινότητα.