.
.
-Μέλι Βουλγαρίας, αφρόλουτρο με εκχύλισμα ελιάς Κίνας και βούτυρο Δανίας
του Νικόλαου Σαρούκου (*)
Υπάρχουν στιγμές που μια μικρή λεπτομέρεια είναι αρκετή για να αποκαλύψει ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα. Μου συνέβη πριν από λίγες ημέρες στη Σκιάθο, όπου βρέθηκα για επαγγελματικούς λόγους. Σε ένα νησί που αποτελεί έναν από τους πλέον αναγνωρίσιμους τουριστικούς προορισμούς της χώρας, με ισχυρή γαστρονομική (μα λησμονημένη) παράδοση, τοπικούς παραγωγούς και μακρά ιστορία φιλοξενίας. Και όμως, σε όχι μία αλλά τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, μου προσφέρθηκε εμφιαλωμένο νερό… Ρουμανίας.
Δεν πρόκειται φυσικά για ζήτημα ποιότητας. Το νερό μπορεί να ήταν εξαιρετικό, όπως εξαιρετικό μπορεί να είναι και το μέλι Βουλγαρίας, το βούτυρο Δανίας, το τυρί Ολλανδίας ή το αφρόλουτρο με εκχύλισμα ελιάς που παράγεται στην Κίνα. Το ερώτημα είναι άλλο: πώς είναι δυνατόν μια χώρα που στηρίζει άμεσα και έμμεσα πάνω από το ένα τέταρτο της οικονομικής της δραστηριότητας στον τουρισμό να αδυνατεί να συνδέσει την τουριστική εμπειρία με τα δικά της προϊόντα; Και κυρίως, πώς γίνεται να θεωρούμε επιτυχία τις αφίξεις εκατομμυρίων επισκεπτών, όταν πολλές φορές τους στέλνουμε πίσω στις πατρίδες τους χωρίς να έχουν γνωρίσει ούτε μία αυθεντική ελληνική γεύση;
Ο τουρισμός δεν είναι μόνο κρεβάτια και πληρότητες
Για δεκαετίες συζητάμε για τον αριθμό των αφίξεων, τις διανυκτερεύσεις, τις πληρότητες και τα έσοδα. Όλα αυτά είναι σημαντικά. Όμως ο σύγχρονος τουρισμός δεν μετριέται μόνο σε αριθμούς. Μετριέται σε εμπειρίες. Ο επισκέπτης δεν ταξιδεύει πλέον μόνο για να δει έναν προορισμό. Θέλει να τον ζήσει, να τον γευτεί, να τον μυρίσει, να τον θυμάται όταν επιστρέψει σπίτι του.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η γαστρονομία, τα τοπικά προϊόντα και η αυθεντικότητα αποτελούν σήμερα από τα ισχυρότερα εργαλεία διαφοροποίησης ενός προορισμού. Κι όμως, σε μεγάλο μέρος της ελληνικής ξενοδοχειακής αγοράς εξακολουθεί να κυριαρχεί μια παράξενη εμμονή με τα εισαγόμενα προϊόντα. Όχι επειδή είναι καλύτερα, αλλά συχνά επειδή είναι λίγα λεπτά φθηνότερα.
Η χαμένη ευκαιρία του ελληνικού πρωινού
Ας ξεκινήσουμε από το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: το πρωινό. Πόσες φορές έχουμε δει σε ελληνικά ξενοδοχεία μέλι εισαγωγής, μαρμελάδες παντελώς άγνωστης προέλευσης, βούτυρα από τη Βόρεια Ευρώπη και τυριά που δεν έχουν καμία σχέση με την ελληνική τυροκομική παράδοση; Και όλα αυτά σε μια χώρα που παράγει μερικά από τα καλύτερα προϊόντα της Μεσογείου.
Την ίδια στιγμή, ο επισκέπτης μπορεί να ολοκληρώσει τις διακοπές του χωρίς να δοκιμάσει ποτέ ένα τοπικό μέλι, ένα παραδοσιακό γλυκό του κουταλιού, μια γραβιέρα μικρού παραγωγού, ένα αυθεντικό ελληνικό γιαούρτι ή μια τοπική ποικιλία τυριού. Η απώλεια δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι βαθιά πολιτισμική. Γιατί κάθε τοπικό προϊόν αφηγείται μια ιστορία ανθρώπων, τόπου, παράδοσης και παραγωγής. Και αυτές οι ιστορίες είναι που τελικά μένουν στη μνήμη του επισκέπτη.
Όταν το μπάνιο του ξενοδοχείου έρχεται από την άλλη άκρη του κόσμου
Το ίδιο φαινόμενο συναντά κανείς και στα είδη φιλοξενίας. Αφρόλουτρα, σαμπουάν, σαπούνια και καλλυντικά εισαγωγής κατακλύζουν χιλιάδες δωμάτια ξενοδοχείων και ενοικιαζόμενων δωματίων. Η ειρωνεία είναι ότι πολλά από αυτά φέρουν εικόνες ελιάς, λεβάντας ή μεσογειακών βοτάνων, ενώ έχουν παραχθεί χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα.
Την ίδια στιγμή, δεκάδες ελληνικές επιχειρήσεις παράγουν εξαιρετικά προϊόντα προσωπικής φροντίδας βασισμένα στο ελαιόλαδο, στη μαστίχα, στο δίκταμο, στη λεβάντα, στο μέλι και σε πλήθος ελληνικών πρώτων υλών. Προϊόντα που θα μπορούσαν να προσφέρουν μια πραγματική αίσθηση τόπου στον επισκέπτη. Γιατί άλλο είναι να χρησιμοποιείς ένα απρόσωπο εισαγόμενο σαμπουάν και άλλο ένα προϊόν που συνδέεται με τον τόπο που επισκέπτεσαι. Η διαφορά είναι μικρή στο κόστος, αλλά τεράστια στην εμπειρία.
Και το κρασί;
Σε ορισμένες περιπτώσεις το φαινόμενο φτάνει ακόμη πιο μακριά. Δεν είναι λίγες οι φορές που συναντά κανείς λίστες κρασιών στις οποίες τα εισαγόμενα προϊόντα έχουν μεγαλύτερη παρουσία από τα τοπικά. Και εδώ το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο. Αν ένας επισκέπτης βρεθεί στη Σαντορίνη και δεν γνωρίσει το Ασύρτικο, στη Νεμέα και δεν δοκιμάσει Αγιωργίτικο ή στη Δράμα και δεν ανακαλύψει τις τοπικές ετικέτες, τότε ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος της τουριστικής εμπειρίας;
Ο τουρισμός δεν είναι απλή κατανάλωση υπηρεσιών. Είναι γνωριμία με έναν τόπο. Και το κρασί αποτελεί ίσως έναν από τους ισχυρότερους πρεσβευτές του.
Οι καλύτεροι πρεσβευτές των εξαγωγών μας
Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση που συχνά αγνοούμε. Κάθε ξένος επισκέπτης που δοκιμάζει ένα ελληνικό προϊόν είναι ένας δυνητικός μελλοντικός καταναλωτής του. Ένας Γερμανός που θα γνωρίσει ένα εξαιρετικό ελληνικό μέλι, ένας Γάλλος που θα δοκιμάσει ένα ιδιαίτερο τυρί, ένας Βρετανός που θα ανακαλύψει ένα ελληνικό κρασί ή ένας Αμερικανός που θα ενθουσιαστεί με ένα προϊόν βασισμένο στο ελαιόλαδο μπορεί να αναζητήσει τα ίδια προϊόντα όταν επιστρέψει στη χώρα του. Μπορεί να τα ψάξει στα ράφια των σούπερ μάρκετ, να τα παραγγείλει διαδικτυακά ή να τα συστήσει σε φίλους και συνεργάτες.
Με άλλα λόγια, ο τουρισμός μπορεί να λειτουργήσει ως ο μεγαλύτερος δωρεάν μηχανισμός προώθησης ελληνικών εξαγωγών. Σε μια χώρα που επενδύει σημαντικούς πόρους για την προώθηση των εξαγωγών της, είναι παράδοξο να αφήνει ανεκμετάλλευτο το ισχυρότερο κανάλι προβολής των ελληνικών προϊόντων: τα εκατομμύρια των επισκεπτών που φιλοξενεί κάθε χρόνο. Και όμως, πολλές φορές επιλέγουμε να αξιοποιούμε αυτό το εργαλείο για να προωθούμε προϊόντα άλλων χωρών.
Το επιχείρημα του κόστους
Η απάντηση που συνήθως ακούγεται είναι γνωστή: «Τα εισαγόμενα είναι φθηνότερα». Ενδεχομένως σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι. Όμως η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε λίγα λεπτά του ευρώ ανά μονάδα προϊόντος. Διότι τότε χάνεται η συνολική εικόνα.
Η τοπική οικονομία χάνει τζίρο. Οι παραγωγοί χάνουν ευκαιρίες. Οι εξαγωγές χάνουν δυνητικούς πελάτες. Οι επισκέπτες χάνουν αυθεντικές εμπειρίες. Και τελικά ο ίδιος ο προορισμός χάνει μέρος της ταυτότητάς του. Το πραγματικό κόστος, λοιπόν, ίσως είναι πολύ μεγαλύτερο από την εξοικονόμηση που καταγράφεται σε έναν πίνακα προμηθειών.
Η φιλοξενία έχει και εθνικό αποτύπωμα
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι πρέπει να απαγορευθούν τα εισαγόμενα προϊόντα, ούτε ότι κάθε προμήθεια πρέπει υποχρεωτικά να είναι ελληνική. Η αγορά λειτουργεί με κανόνες ανταγωνισμού και επιλογών. Όμως όταν ένας προορισμός υποδέχεται δεκάδες εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο, οφείλει να αναρωτηθεί αν αξιοποιεί πραγματικά αυτή τη μοναδική ευκαιρία.
Η ελληνική φιλοξενία δεν είναι μόνο το δωμάτιο, η πισίνα ή η θέα. Είναι και το μέλι στο πρωινό, το τυρί στον μπουφέ, το κρασί στο τραπέζι και το σαπούνι στο μπάνιο. Είναι οι μικρές λεπτομέρειες που συνθέτουν τη μεγάλη εικόνα.
Επίλογος: Το νερό της Ρουμανίας που έγινε αφορμή
Η ιστορία με το εμφιαλωμένο νερό Ρουμανίας στη Σκιάθο δεν είναι ασφαλώς το μεγαλύτερο πρόβλημα του ελληνικού τουρισμού. Είναι όμως ένα σύμβολο. Ένα σύμβολο μιας νοοτροπίας που συχνά αντιμετωπίζει την προμήθεια αποκλειστικά ως λογιστική πράξη και όχι ως μέρος της συνολικής εμπειρίας.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία. Γιατί όταν ένας επισκέπτης φεύγει από την Ελλάδα χωρίς να έχει γνωρίσει τα προϊόντα της, δεν χάνει μόνο εκείνος. Χάνουμε κι εμείς. Χάνουμε μια ευκαιρία να μετατρέψουμε έναν τουρίστα σε πρεσβευτή της χώρας μας, να ενισχύσουμε την τοπική παραγωγή και να στηρίξουμε τις εξαγωγές μας. Και κυρίως, χάνουμε μια ευκαιρία να προσφέρουμε αυτό που όλοι διαφημίζουμε ως το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας: την αυθεντικότητα.
Γιατί όσο συνεχίζουμε να σερβίρουμε μέλι Βουλγαρίας, βούτυρο Δανίας, αφρόλουτρα Κίνας και νερό Ρουμανίας, τόσο θα απομακρυνόμαστε από αυτό ακριβώς που κάνει την Ελλάδα ξεχωριστή.
Τα λέμε, τα ξαναλέμε, αλλά…
(*) Ο κ. Νικόλαος Σαρούκος είναι Προϊστάμενος Ελέγχου, Επιθεωρήσεων και Τουριστικής Ανάπτυξης Θεσσαλίας
Υπουργείο Τουρισμού
Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού Θεσσαλίας
ΠΗΓΗ https://money-tourism.gr/