.
.
της Δώρας Βυτινιώτη (*)
Σε μια περίοδο όπου ο ελληνικός Τουρισμός καταρρίπτει το ένα ιστορικό ρεκόρ μετά το άλλο σε αφίξεις και έσοδα, η διαχείριση των προορισμών μας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο: οι λήψεις κρίσιμων αποφάσεων γίνονται σε καθεστώς ημι-τυφλότητας. Ενώ τα macro-δεδομένα πανηγυρίζονται στα πρωτοσέλιδα, η μικρο-οικονομική πραγματικότητα στους δημοφιλείς προορισμούς αναδεικνύει τις επικίνδυνες δομικές αδυναμίες του εθνικού συστήματος στατιστικής καταγραφής.
Η χάραξη στρατηγικής και οι επενδύσεις εκατομμυρίων ευρώ δεν μπορούν να βασίζονται σε μεθοδολογίες του περασμένου αιώνα.
Γιατί ο Τουρισμός έχει ανάγκη από στατιστικά σε πραγματικό χρόνο
Στο σύγχρονο, υπερ-ανταγωνιστικό περιβάλλον, ο τουρισμός δεν μπορεί πλέον να διοικείται με ιστορικά δεδομένα του προηγούμενου τριμήνου, αλλά έχει άμεση ανάγκη από real-time δεδομένα για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί. Τα στατιστικά σε πραγματικό χρόνο αποτελούν το «ψηφιακό ραντάρ» ενός προορισμού. Επιτρέπουν στις τοπικές αρχές να παρεμβαίνουν άμεσα όταν οι υποδομές (δίκτυα ύδρευσης, ενέργειας, καθαριότητας) φτάνουν στα όριά τους, προλαμβάνοντας τοπικές κρίσεις και φαινόμενα υπερτουρισμού πριν αυτά προκαλέσουν μόνιμη ζημιά. Παράλληλα, δίνουν τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να προσαρμόζουν την τιμολογιακή τους πολιτική (dynamic pricing) και τις καμπάνιες μάρκετινγκ στην τρέχουσα ζήτηση, ενώ βοηθούν το κράτος να μετρά την πραγματική και άμεση αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών. Σε μια αγορά που κινείται με την ταχύτητα του διαδικτύου, η λήψη αποφάσεων με βάση καθυστερημένα στοιχεία ισοδυναμεί με οδήγηση σε ομίχλη κοιτάζοντας απλώς τον καθρέφτη.
Το Αναχρονιστικό Μοντέλο της «Έρευνας Συνόρων»
Το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών δεδομένων που ανακοινώνει η Τράπεζα της Ελλάδος στηρίζεται στην παραδοσιακή «Έρευνα Συνόρων». Πρόκειται για δειγματοληπτικές συνεντεύξεις τουριστών κατά την έξοδό τους από τη χώρα στα αεροδρόμια και τους οδικούς σταθμούς.
Στην εποχή του Big Data, η Ελλάδα συνεχίζει να βασίζεται στη μνήμη του επισκέπτη για το πόσα χρήματα ξόδεψε. Η απουσία real-time διασύνδεσης με ανώνυμα δεδομένα τραπεζικών καρτών (credit card analytics) ή δεδομένα roaming των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας στερεί από την αγορά τη δυνατότητα άμεσης αντίδρασης. Όταν ένας προορισμός μαθαίνει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του Αυγούστου τον επόμενο Ιανουάριο, η διορθωτική παρέμβαση είναι ήδη εκπρόθεσμη.
Η «Μαύρη Τρύπα» των Βραχυχρόνιων Μισθώσεων
Παρά τις φορολογικές ρυθμίσεις των τελευταίων ετών, η βραχυχρόνια μίσθωση παραμένει ένα στατιστικό «γκρίζο τοπίο». Η ΕΛΣΤΑΤ και οι τουριστικοί φορείς δυσκολεύονται να αποτυπώσουν με ακρίβεια σε πραγματικό χρόνο τις διανυκτερεύσεις και, κυρίως, την παράλληλη οικονομική δραστηριότητα που αναπτύσσεται γύρω από αυτές.
Η έλλειψη αυτή αλλοιώνει τους δείκτες πραγματικής πληρότητας των προορισμών. Το αποτέλεσμα; Οι δήμοι και οι τοπικές κοινωνίες αδυνατούν να προβλέψουν την πραγματική πίεση στις υποδομές τους, από το δίκτυο ύδρευσης και την ηλεκτροδότηση μέχρι τη διαχείριση των απορριμμάτων.
Οδικός Τουρισμός: Ο «Φτωχός Συγγενής» των Δεδομένων
Στη Βόρεια Ελλάδα, ο οδικός τουρισμός αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της τοπικής οικονομίας. Ωστόσο, η καταγραφή στους συνοριακούς σταθμούς
(π.χ. Προμαχώνας, Εύζωνοι) παραμένει κυρίως ποσοτική και όχι ποιοτική.
Γνωρίζουμε πόσα αυτοκίνητα εισέρχονται, αλλά ελάχιστα για το πραγματικό οικονομικό τους αποτύπωμα. Η αδυναμία διαχωρισμού μεταξύ των τουριστών υψηλής αγοραστικής δύναμης και του παραθεριστικού τουρισμού χαμηλού κόστους (που συχνά μεταφέρει εφόδια από τη χώρα προέλευσης) οδηγεί σε λανθασμένες επενδυτικές εκτιμήσεις από την εγχώρια αγορά.
Το Θεσμικό Έλλειμμα των Δορυφορικών Λογαριασμών (TSA)
Η μεγαλύτερη ίσως παθογένεια παραμένει η διαχρονική καθυστέρηση στην πλήρη λειτουργία των Δορυφορικών Λογαριασμών Τουρισμού (Tourism Satellite Accounts), σύμφωνα με τα πρότυπα του ΟΟΣΑ.
Χωρίς αυτούς, είναι αδύνατον να απομονωθεί επιστημονικά η επίδραση του τουρισμού στους υπόλοιπους κλάδους της οικονομίας. Πόσο από τον τζίρο ενός τοπικού σούπερ μάρκετ, μιας βιοτεχνίας τροφίμων ή ενός βενζινάδικου οφείλεται στον ξένο επισκέπτη; Η απάντηση παραμένει στο επίπεδο της εικασίας, εμποδίζοντας τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου εθνικού οικονομικού πλάνου.
Εσωτερικός Τουρισμός: Ο Αόρατος Πυλώνας της Ηπειρωτικής Ελλάδας
Ενώ το focus των αρχών και των μέσων ενημέρωσης στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά στον εισερχόμενο τουρισμό και το ξένο συνάλλαγμα, ο εγχώριος τουρισμός παραμένει ο «αόρατος» αιμοδότης πολλών ηπειρωτικών και χειμερινών προορισμών της χώρας. Παρά το γεγονός ότι η εγχώρια ταξιδιωτική δαπάνη αγγίζει τα 2,5 δισ. ευρώ ετησίως, η στατιστική της αποτύπωση είναι αποσπασματική και παρουσιάζει τεράστια χρονική υστέρηση.
Η ΕΛΣΤΑΤ διενεργεί την «Έρευνα Ποιοτικών Χαρακτηριστικών Ημεδαπών Τουριστών» (Έρευνα Διακοπών), όμως τα αποτελέσματα δημοσιεύονται πολλούς μήνες μετά τη λήξη του έτους αναφοράς, καθιστώντας τα άχρηστα για τη real-time χάραξη εμπορικής πολιτικής.
Την ίδια στιγμή, η έρευνα δυσκολεύεται να ανιχνεύσει τη μετακίνηση των Ελλήνων που επιλέγουν τη φιλοξενία σε ιδιόκτητα εξοχικά ή σε σπίτια συγγενών και φίλων —μια τάση που διογκώνεται λόγω της οικονομικής πίεσης και της ακρίβειας— αφήνοντας τις τοπικές επιχειρήσεις και τους δήμους χωρίς σαφή εργαλεία για να μετρήσουν την πραγματική καταναλωτική δυναμική των ίδιων των Ελλήνων.
Η Απάντηση της Αγοράς: Ο Οδικός Χάρτης του ΣΕΤΕ για τα Data Analytics
Το στατιστικό αυτό έλλειμμα αναγνωρίζει πρώτος ο ίδιος ο επιχειρηματικός κόσμος, ο οποίος ζητά επίμονα τη μετάβαση από το «Business-as-Usual» σε μια στρατηγική βασισμένη σε σκληρά δεδομένα. Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) και το ινστιτούτο του (INSETE) έχουν καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις που αλλάζουν τα δεδομένα.
Κορυφαία εισήγηση αποτελεί η δημιουργία ενός Εθνικού Data Hub στον Τουρισμό. Πρόκειται για έναν κεντρικό κόμβο που θα ενοποιεί τις διάσπαρτες πληροφορίες της ΕΛΣΤΑΤ, της Τράπεζας της Ελλάδος και των Υπουργείων. Με τη χρήση εργαλείων Business Intelligence (BI) και predictive analytics, ο κόμβος αυτός θα επιτρέπει στο κράτος και τους Οργανισμούς Διαχείρισης Προορισμών (DMMOs) να βλέπουν live τις τάσεις της αγοράς και να προβαίνουν σε άμεσες διορθωτικές κινήσεις.
Παράλληλα, η στρατηγική «Ελληνικός Τουρισμός 2030» θέτει ως προτεραιότητα τη χρήση «έξυπνων» εφαρμογών (Smart Destination) που θα μετρούν με ακρίβεια τις τουριστικές ροές και θα κατευθύνουν τις επενδύσεις εκεί που η μέση δαπάνη και η διάρκεια παραμονής παρουσιάζουν πραγματική αξία. Στόχος δεν είναι πλέον η τυφλή αύξηση των αφίξεων, αλλά η ποιοτική αναβάθμιση του προϊόντος, η επέκταση της τουριστικής περιόδου και η προστασία των υποδομών μέσα από τη διαχείριση της χωρητικότητας των προορισμών βάσει μετρήσιμων δεικτών.
Συμπέρασμα: Η Ανάγκη για Ψηφιακό εκσυγχρονισμό
Για να μην μετατραπεί το «success story» του ελληνικού τουρισμού σε θύμα της ίδιας του της επιτυχίας, η μετάβαση σε ένα μοντέλο Smart Tourism Management είναι μονόδρομος.
Η Πολιτεία οφείλει να υιοθετήσει άμεσα τις προτάσεις των φορέων της αγοράς για ψηφιακό εκσυγχρονισμό, real-time tracking και χρήση τεχνητής νοημοσύνης. Αν θέλουμε να μιλάμε για βιώσιμο τουρισμό, πρέπει πρώτα να μπορούμε να τον μετρήσουμε με ακρίβεια.
Διαφορετικά, η πλοήγηση του ισχυρότερου κλάδου της ελληνικής οικονομίας θα συνεχίσει να γίνεται με τα μάτια κλειστά.
(*) Η κα. Δώρα Βυτινιώτη είναι Σύμβουλος Τουριστικών Επιχειρήσεων
ΠΗΓΗ https://money-tourism.gr/