.
.
Τις τελευταίες εβδομάδες, εν μέσω έντονων ανησυχιών για τον ακτοπλοϊκό σχεδιασμό και τη σύνδεση των νησιών του Βορείου Αιγαίου, ο χωρικός Αντιπεριφερειάρχης Σάμου Ελισαίος Μαυρατζώτης επέλεξε να εμφανιστεί καθησυχαστικός, υποστηρίζοντας δημόσια ότι «όλα πάνε καλά» και ότι «δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα».
Με τις τοποθετήσεις του αυτές επιχείρησε να υποβαθμίσει τις αντιδράσεις και τις ανησυχίες που εκφράζονταν από πολίτες, φορείς και αυτοδιοικητικούς, δημιουργώντας την εικόνα ότι η Σάμος δεν κινδυνεύει να μείνει εκτός ακτοπλοϊκού σχεδιασμού και ότι οι εξελίξεις είναι θετικές.
Ωστόσο, τα επίσημα στοιχεία και τα θεσμικά έγγραφα αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο.
Η γνωμοδότηση 02/26-01-2026 του Συμβούλιο Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών εγκρίνει ρητά την ακτοπλοϊκή σύνδεση Βόλου – Χίου – Μυτιλήνης, με δυνατότητα ενδιάμεσης προσέγγισης της Σκιάθου.
Στη συγκεκριμένη γνωμοδότηση δεν υπάρχει καμία απολύτως αναφορά στη Σάμο και την Ικαρία.
Η απουσία αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε τεχνικό λάθος ούτε διαδικαστική παράλειψη. Πρόκειται για επίσημη θεσμική απόφαση, η οποία διαμορφώνει τον ακτοπλοϊκό χάρτη και έχει άμεσες συνέπειες στη συνδεσιμότητα, την οικονομία, τον τουρισμό και την καθημερινότητα των νησιών.
Με άλλα λόγια, ενώ δημόσια δινόταν η εικόνα ότι «οι ανάγκες της Σάμου θα ληφθούν υπόψη», η πραγματικότητα που αποτυπώνεται στο επίσημο έγγραφο είναι ότι η Σάμος και η Ικαρία μένουν εκτός.
Η σοβαρότητα της κατάστασης αναγνωρίστηκε άμεσα από τους θεσμικούς φορείς του νησιού.
Οι Δήμαρχοι Ανατολικής και Δυτικής Σάμου προχώρησαν σε δημόσια δελτία Τύπου διαμαρτυρίας, εκφράζοντας ξεκάθαρα την αντίθεσή τους στον αποκλεισμό της Σάμου από τον ακτοπλοϊκό σχεδιασμό και επισημαίνοντας τις αρνητικές επιπτώσεις που αυτός συνεπάγεται για το νησί και τους κατοίκους του.
Παράλληλα, το Επιμελητήριο Σάμου εξέδωσε επίσημο δελτίο Τύπου και παρέμβαση προς τον αρμόδιο Υπουργό, αναδεικνύοντας τον κίνδυνο σοβαρής υποβάθμισης της τοπικής οικονομίας, της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της ανταγωνιστικότητας της Σάμου, εφόσον παραμείνει εκτός των βασικών ακτοπλοϊκών συνδέσεων.
Δήμοι και Επιμελητήριο, δηλαδή οι βασικοί θεσμικοί πυλώνες του νησιού, αντέδρασαν άμεσα, δημόσια και τεκμηριωμένα.
Την ίδια στιγμή, ο χωρικός Αντιπεριφερειάρχης Σάμου:
δεν στήριξε δημόσια τις θεσμικές αυτές αντιδράσεις,
δεν προχώρησε σε καταγγελία της απόφασης
,δεν απαίτησε επανεξέταση ή διόρθωση της γνωμοδότησης,
δεν ανέλαβε πρωτοβουλία συντονισμού με Δήμους και φορείς,
δεν συγκρούστηκε με την Περιφερειακή Αρχή για την υπεράσπιση των νησιών που εκπροσωπεί.
Αντίθετα, μέχρι πρόσφατα συνέχιζε να υποστηρίζει ότι «δεν υπάρχει πρόβλημα», παρότι πλέον αποδεικνύεται θεσμικά ότι το πρόβλημα όχι μόνο υπήρχε, αλλά είναι σοβαρό και μετρήσιμο.
Όταν όλοι οι θεσμικοί φορείς ενός τόπου διαμαρτύρονται και κινητοποιούνται, αλλά ο αρμόδιος χωρικός Αντιπεριφερειάρχης επιλέγει τη σιωπή ή τον καθησυχασμό, τότε δημιουργείται ένα επικίνδυνο κενό εκπροσώπησης.
Η Σάμος και η Ικαρία δεν χρειάζονται εκπροσώπους που ωραιοποιούν καταστάσεις ή καλύπτουν αποφάσεις.
Χρειάζονται εκπροσώπους που:
λένε την αλήθεια,
διεκδικούν,
συγκρούονται όταν απαιτείται,
και υπερασπίζονται έμπρακτα τα συμφέροντα των νησιών τους.
Όταν οι δημόσιες διαβεβαιώσεις διαψεύδονται από επίσημα έγγραφα,
όταν Δήμοι και Επιμελητήριο καταγγέλλουν μια απόφαση,
και όταν ο αρμόδιος αιρετός παραμένει αδρανής,
τότε το ζήτημα δεν είναι επικοινωνιακό.
Είναι ζήτημα πολιτικής ευθύνης.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η παραίτηση δεν αποτελεί πράξη αντιπαράθεσης ή υπερβολής.
Αποτελεί την ελάχιστη πράξη θεσμικής και πολιτικής ευθύνης απέναντι στους πολίτες και στα νησιά που μένουν εκτός σχεδιασμού.
Γιάννης Νέγρης