.
.
Πριν από τη γνωμοδότηση 68/2026, υπήρχε μια διάχυτη αβεβαιότητα ως προς το εύρος των αρμοδιοτήτων των Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων. Αν και ο ν. 4447/2016 προέβλεπε ότι τα ΕΠΣ μπορούν να οργανώνουν περιοχές στρατηγικής σημασίας και να καθορίζουν χρήσεις γης, όρους και περιορισμούς δόμησης, δεν είχε αποσαφηνιστεί μέχρι ποιου σημείου μπορούν να τροποποιούν τον υφιστάμενο πολεοδομικό σχεδιασμό.
Το ζήτημα αυτό βρέθηκε στον πυρήνα της υπόθεσης των Κολυμπήθρων και αποτέλεσε τον λόγο για τον οποίο το Β΄ Θερινό Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, με το Πρακτικό 20/2026, παρέπεμψε το θέμα στην Ολομέλεια, κρίνοντας ότι εγείρονται ζητήματα ιδιαίτερης νομικής σημασίας σχετικά με τα όρια των πολεοδομικών παρεκκλίσεων που μπορεί να εισάγει ένα Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο.
Η απάντηση που δίνει η Ολομέλεια με προεδρεύοντα τον αντιπρόεδρο κ. Χρήστο Ντουχάνη, αποκτά ευρύτερη σημασία, καθώς δεν περιορίζεται στην υπόθεση της Πάρου, αλλά ερμηνεύει συνολικά το θεσμικό πλαίσιο των ΕΠΣ. Το Συμβούλιο της Επικρατείας επισημαίνει ότι τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια αποτελούν εργαλεία ειδικού πολεοδομικού σχεδιασμού, τα οποία θεσπίστηκαν για να οργανώνουν περιοχές όπου πρόκειται να αναπτυχθούν έργα ή δραστηριότητες υπερτοπικής κλίμακας ή στρατηγικής σημασίας. Στο πλαίσιο αυτό μπορούν να καθορίζουν χρήσεις γης, όρους και περιορισμούς δόμησης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία ρύθμιση που απαιτείται ώστε η περιοχή να καταστεί κατάλληλη για την υποδοχή της συγκεκριμένης δραστηριότητας.
Η Ολομέλεια προχωρά όμως ένα βήμα παραπέρα και αποσαφηνίζει τη σχέση των ΕΠΣ με τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΤΠΣ), τα οποία αποτελούν τη μετεξέλιξη των παλαιών Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων. Όπως επισημαίνεται, τα δύο αυτά εργαλεία βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο πολεοδομικού σχεδιασμού, υπηρετούν τη βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά έχουν διαφορετική αποστολή. Τα ΤΠΣ οργανώνουν συνολικά μία δημοτική ενότητα ή άλλη ευρεία χωρική ενότητα και αποτελούν τον κανόνα του πολεοδομικού σχεδιασμού, ενώ τα ΕΠΣ έχουν ειδικό χαρακτήρα και αφορούν συγκεκριμένες περιοχές ή δραστηριότητες που απαιτούν εξατομικευμένη αντιμετώπιση. Υπό αυτή την έννοια, η υπαγωγή μιας περιοχής σε ΕΠΣ αποτελεί εξαίρεση και όχι τον γενικό κανόνα.
Η πιο σημαντική ίσως παραδοχή της γνωμοδότησης είναι ότι τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια μπορούν πράγματι να τροποποιούν τις προβλέψεις εγκεκριμένων Τοπικών ή Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων. Η δυνατότητα αυτή δεν αποτελεί αυθαίρετη ερμηνεία του δικαστηρίου, αλλά απορρέει από τον ίδιο τον νόμο, ο οποίος εντάσσει τα ΕΠΣ στο ίδιο επίπεδο σχεδιασμού με τα ΤΠΣ και τους αναγνωρίζει τη δυνατότητα να ρυθμίζουν όλα τα ζητήματα που ρυθμίζουν και τα τελευταία. Αν ίσχυε το αντίθετο, σημειώνει χαρακτηριστικά η Ολομέλεια, τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια θα ήταν ουσιαστικά περιττά, αφού δεν θα μπορούσαν να διαφοροποιηθούν από τα υφιστάμενα πολεοδομικά σχέδια ούτε να επιτελέσουν τον ειδικό αναπτυξιακό τους ρόλο.
Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, δεν είναι απεριόριστη. Η γνωμοδότηση θέτει ένα αυστηρό πλαίσιο προϋποθέσεων, διευκρινίζοντας ότι κάθε τροποποίηση του ισχύοντος πολεοδομικού σχεδιασμού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και να στηρίζεται σε ολοκληρωμένη επιστημονική τεκμηρίωση. Πρώτη βασική προϋπόθεση είναι η εναρμόνιση του ΕΠΣ με τον υπερκείμενο χωροταξικό σχεδιασμό. Οι νέες ρυθμίσεις δεν μπορούν να αντιστρατεύονται τις κατευθύνσεις των εθνικών ή περιφερειακών χωροταξικών πλαισίων, παρά μόνο στο μέτρο που το ίδιο το σύστημα χωροταξικού σχεδιασμού επιτρέπει έναν βαθμό ευελιξίας και προσαρμογής.
Δεύτερη θεμελιώδης προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη ειδικής επιστημονικής μελέτης που να αποδεικνύει ότι η προτεινόμενη παρέκκλιση είναι αναγκαία για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη και την αποτελεσματική αξιοποίηση της συγκεκριμένης περιοχής. Η τεκμηρίωση αυτή δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ή γενική. Αντίθετα, πρέπει να εξηγεί γιατί η μεταβολή των χρήσεων γης ή των όρων δόμησης είναι απαραίτητη, πώς εντάσσεται στον συνολικό χωρικό σχεδιασμό και γιατί δεν οδηγεί σε αντιφάσεις ή σε αποσπασματικές ρυθμίσεις που διαταράσσουν τη συνοχή του πολεοδομικού σχεδιασμού.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει η Ολομέλεια και στη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ), την οποία χαρακτηρίζει ως το βασικό εργαλείο αξιολόγησης κάθε Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου. Μέσω της ΣΜΠΕ πρέπει να εξετάζονται συνολικά οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της προτεινόμενης ανάπτυξης, να αξιολογείται η φέρουσα ικανότητα της περιοχής και να τεκμηριώνεται ότι οι αποκλίσεις από τον υφιστάμενο σχεδιασμό δεν οδηγούν σε υποβάθμιση του φυσικού ή ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Η αξιολόγηση αυτή αποτελεί προϋπόθεση νομιμότητας και δεν μπορεί να αντικατασταθεί από γενικές διαπιστώσεις ή απλές τεχνικές εκτιμήσεις.
Η γνωμοδότηση εισάγει επίσης ένα ακόμη κρίσιμο κριτήριο: το όριο κάθε παρέκκλισης είναι η μη ανατροπή του προτύπου χωρικής οργάνωσης που έχει θεσπιστεί με το ισχύον Τοπικό ή Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο. Η Ολομέλεια διευκρινίζει ότι η ανατροπή αυτή δεν κρίνεται μόνο με αριθμητικά μεγέθη, όπως ο συντελεστής δόμησης ή η επιτρεπόμενη κάλυψη, αλλά κυρίως με βάση τη φυσιογνωμία της περιοχής, τη χωρική της λειτουργία, το είδος της χρήσης που εισάγεται, την έκταση της επέμβασης, τις επιπτώσεις στον ευρύτερο σχεδιασμό και τη διατήρηση της συνοχής του τοπίου.
Ιδιαίτερη αναφορά τέλος γίνεται στις μικρές νησιωτικές περιοχές και ειδικά στις Κυκλάδες. Το Συμβούλιο της Επικρατείας επισημαίνει ότι ο σχεδιασμός σε τέτοιες περιοχές πρέπει να διασφαλίζει ότι η ανάπτυξη δεν θα διαταράσσει το φυσικό και πολιτιστικό τους κεφάλαιο, αλλά θα διατηρεί αναλλοίωτη τη φυσιογνωμία τους. Η προστασία της μικρής κλίμακας των κυκλαδίτικων οικισμών, του τοπίου και της αρχιτεκτονικής τους δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά και βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της ελκυστικότητας των νησιών ως τουριστικών προορισμών και, τελικά, για τη βιώσιμη ανάπτυξή τους.
ΠΗΓΗ https://money-tourism.gr/