.
.
Ο θεσμός του Προσωπικού Γιατρού δημιουργήθηκε με έναν ξεκάθαρο σκοπό: να προσφέρει σε κάθε πολίτη εύκολη, οργανωμένη και δωρεάν πρόσβαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Ένας γιατρός που γνωρίζει το ιστορικό του ασθενούς, παρακολουθεί την υγεία του και τον καθοδηγεί όταν χρειάζεται εξειδικευμένη φροντίδα μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην πρόληψη και στη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας.
Ωστόσο, η νέα δυνατότητα επιλογής ιδιώτη Προσωπικού Γιατρού, με αμοιβή που καταβάλλει ο ίδιος ο πολίτης όταν ο γιατρός δεν είναι συμβεβλημένος με τον ΕΟΠΥΥ, προκαλεί εύλογους προβληματισμούς.
Το βασικό ζήτημα δεν είναι ότι ο θεσμός δεν έχει αξία. Αντίθετα, πρόκειται για μια πρακτική που εφαρμόζεται με επιτυχία σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά όταν σε αρκετές περιοχές δεν υπάρχουν αρκετοί συμβεβλημένοι γιατροί και οι ασφαλισμένοι καλούνται να πληρώσουν επιπλέον για να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες του.
Οι πολίτες καταβάλλουν ήδη ασφαλιστικές εισφορές για τη χρηματοδότηση του δημόσιου συστήματος υγείας. Γι' αυτό είναι λογικό να αναρωτιούνται αν η δωρεάν πρόσβαση που αποτέλεσε βασική αρχή του θεσμού μπορεί να διασφαλιστεί στην πράξη και όχι μόνο στη θεωρία.
Η επιτυχία του Προσωπικού Γιατρού δεν θα κριθεί από τη νομοθεσία, αλλά από την καθημερινότητα των πολιτών. Αν υπάρχουν επαρκείς συμβεβλημένοι γιατροί και πραγματική δυνατότητα δωρεάν επιλογής, ο θεσμός μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη. Αν όμως η πληρωμή από την τσέπη του ασφαλισμένου γίνει η μοναδική ρεαλιστική λύση για πολλούς, τότε ο αρχικός του στόχος κινδυνεύει να αποδυναμωθεί.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι η κατάργηση του θεσμού, αλλά η ουσιαστική ενίσχυσή του, ώστε όλοι οι πολίτες να μπορούν να απολαμβάνουν τα οφέλη του χωρίς πρόσθετα οικονομικά εμπόδια.
Α.Π.