.
.
Το ΤΕΕ/ΤΑΚ υπογραμμίζει ότι η τουριστική ανάπτυξη δεν μπορεί να βασίζεται σε οριζόντιες προσεγγίσεις, καθώς οι ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής απαιτούν εξατομικευμένο σχεδιασμό. Εκφράζει ανησυχία για την κατηγοριοποίηση των περιοχών χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση, για την ασάφεια στη σχέση του νέου πλαισίου με τα υφιστάμενα εργαλεία χωρικού σχεδιασμού και για την έλλειψη σαφών προβλέψεων σχετικά με κρίσιμες υποδομές και φυσικούς πόρους.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις νησιωτικές περιοχές, όπως η Κρήτη, όπου δεν αξιολογούνται επαρκώς οι περιβαλλοντικές και κυκλοφοριακές επιπτώσεις από τη συγκέντρωση μεγάλων τουριστικών επενδύσεων. Παράλληλα, κρίνεται ανεπαρκής η μεθοδολογία υπολογισμού της φέρουσας ικανότητας των περιοχών.
Το ΤΕΕ/ΤΑΚ προτείνει η θεσμοθέτηση του νέου πλαισίου να ακολουθήσει την ολοκλήρωση των Τοπικών και Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων, ώστε να εξασφαλιστεί η απαραίτητη χωρική εξειδίκευση. Τονίζει τέλος ότι η βιωσιμότητα του ελληνικού τουρισμού προϋποθέτει επιστημονικά τεκμηριωμένο σχεδιασμό, ουσιαστικό διάλογο με την κοινωνία και σεβασμό στις ανάγκες και τις δυνατότητες κάθε περιοχής.
Η σχετική ανακοίνωση αναφέρει:
Η Διοικούσα Επιτροπή του ΤΕΕ/ΤΑΚ, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης σχετικά με την «Έγκριση Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού»., εκφράζει τον έντονο προβληματισμό της για τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να καθοριστεί η μελλοντική τουριστική ανάπτυξη της χώρας.
Η ανάγκη ύπαρξης ενός σύγχρονου χωροταξικού σχεδιασμού για τον τουρισμό είναι αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο, το υπό διαβούλευση σχέδιο δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ενός ολοκληρωμένου και πολυεπίπεδου σχεδιασμού, καθώς υπερβαίνει τον κατευθυντήριο χαρακτήρα που οφείλει να έχει ένα Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο και επιχειρεί να επιβάλει ρυθμίσεις που θα έπρεπε να αποτελούν αντικείμενο εξειδίκευσης από τα υποκείμενα επίπεδα χωρικού και πολεοδομικού σχεδιασμού.
Το ΤΕΕ/ΤΑΚ θεωρεί ότι η προσέγγιση αυτή παραγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες των τοπικών κοινωνιών και των επιμέρους χωρικών ενοτήτων, αγνοώντας ότι η τουριστική ανάπτυξη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με οριζόντιους κανόνες και γενικεύσεις. Η διαφορετικότητα των περιοχών της χώρας, οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι, οι υφιστάμενες υποδομές, οι περιβαλλοντικές αντοχές και οι ιδιαίτερες μορφές τουρισμού που μπορούν να αναπτυχθούν σε κάθε τόπο, απαιτούν πολύ μεγαλύτερο βαθμό χωρικής εξειδίκευσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατηγοριοποίηση των περιοχών σε τουριστικές αναπτυξιακές βαθμίδες χωρίς σαφή και τεκμηριωμένη επιστημονική μεθοδολογία. Η εφαρμογή ενιαίων δεικτών και η αντιμετώπιση περιοχών με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά ως όμοιων, οδηγεί αναπόφευκτα σε στρεβλώσεις και σε λανθασμένες αναπτυξιακές επιλογές.
Παράλληλα, δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς η σχέση του νέου πλαισίου με τα υφιστάμενα και υπό εκπόνηση εργαλεία χωρικού σχεδιασμού, δημιουργώντας συνθήκες σύγχυσης και νομικής αβεβαιότητας. Η εισαγωγή αλληλοεπικαλυπτόμενων ή και αντικρουόμενων ρυθμίσεων μεταξύ διαφορετικών επιπέδων σχεδιασμού δεν συμβάλλει ούτε στην προστασία του χώρου ούτε στη δημιουργία ασφαλούς επενδυτικού περιβάλλοντος.
Επιπλέον, το σχέδιο δεν παρέχει σαφείς κατευθύνσεις για τη συμβατότητα του τουρισμού με άλλες στρατηγικές χρήσεις γης και θαλάσσιου χώρου, ενώ δεν τεκμηριώνεται επαρκώς η επάρκεια κρίσιμων πόρων και υποδομών, όπως το νερό, η ενέργεια, τα δίκτυα αποχέτευσης, η διαχείριση απορριμμάτων και οι μεταφορικές υποδομές, οι οποίες αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την πραγματική βιωσιμότητα των τουριστικών επενδύσεων.
Ιδιαίτερα για τις νησιωτικές περιοχές, όπως η Κρήτη, προκαλεί ανησυχία η απουσία ουσιαστικής αξιολόγησης των περιβαλλοντικών και κυκλοφοριακών επιπτώσεων που ενδέχεται να προκύψουν από τη συγκέντρωση μεγάλων τουριστικών επενδύσεων και την περαιτέρω ανάπτυξη δραστηριοτήτων, όπως η κρουαζιέρα, οι οποίες αυξάνουν σημαντικά το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Εξίσου προβληματική κρίνεται η μεθοδολογία προσδιορισμού της φέρουσας ικανότητας των περιοχών, καθώς αυτή δεν μπορεί να αποτυπώνεται μέσω απλουστευτικών δεικτών, αλλά οφείλει να βασίζεται σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα αξιολόγησης που θα λαμβάνει υπόψη τις υποδομές, τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους, τις περιβαλλοντικές αντοχές, τις κοινωνικές παραμέτρους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής.
Η Διοικούσα Επιτροπή του ΤΕΕ/ΤΑΚ θεωρεί ότι η θεσμοθέτηση του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό θα πρέπει να ακολουθήσει την ολοκλήρωση των Τοπικών και Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων, ώστε να διασφαλιστεί η αναγκαία χωρική εξειδίκευση και η προσαρμογή των κατευθύνσεων στις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Το ΤΕΕ/ΤΑΚ υποστηρίζει την ανάγκη ενός χωροταξικού σχεδιασμού που θα υπηρετεί τη βιώσιμη ανάπτυξη, την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, την ασφάλεια δικαίου και την ισόρροπη ανάπτυξη όλων των περιοχών της χώρας. Για τον λόγο αυτό θεωρεί ότι το υπό διαβούλευση σχέδιο χρήζει ουσιαστικής επανεξέτασης και αναμόρφωσης, μέσα από έναν πραγματικό διάλογο με την επιστημονική κοινότητα και τους παραγωγικούς και κοινωνικούς φορείς.
Η βιωσιμότητα του ελληνικού τουρισμού δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με οριζόντιες ρυθμίσεις και αποσπασματικές προσεγγίσεις. Προϋποθέτει έναν χωροταξικό σχεδιασμό που θα βασίζεται στην επιστημονική τεκμηρίωση, στη χωρική εξειδίκευση και στην ουσιαστική κατανόηση των αναγκών και των δυνατοτήτων κάθε τόπου.
Για τη ΔΕ του ΤΕΕ/ΤΑΚ
Η Πρόεδρος
Μαρία Γ. Λυδάκη
Πολιτικός Μηχανικός