Ενας στους δύο Ελληνες μαθητές τελειώνει το γυμνάσιο χωρίς να μπορεί να κάνει απλούς μαθηματικούς συλλογισμούς και πράξεις. Τέσσερις στους δέκα δεν μπορούν να κατανοήσουν απλά φυσικά φαινόμενα, ούτε και το νόημα απλών κειμένων· τα διαβάζουν, αλλά δεν τα καταλαβαίνουν. Αυτά δείχνουν οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στην τελευταία έρευνα PISA 2025 του ΟΟΣΑ, τα αποτελέσματα της οποίας ανακοινώθηκαν προ ημερών. Φτάσαμε, λοιπόν, στον πάτο; Πού πάσχει το ελληνικό σχολείο και πώς μπορεί να αναστραφεί η κατάσταση;
Το πρόγραμμα PISA οργανώνεται ανά τριετία από το 2000 από τον ΟΟΣΑ και έχει βασικό στόχο να διερευνήσει τι μπορεί να κάνει ένας 15χρονος μαθητής με όσα έχει μάθει στο σχολείο. Δηλαδή, ποιες δεξιότητες έχει αποκτήσει για να αντιμετωπίσει, να επιλύσει θέματα της καθημερινής ζωής.
Πού δυσκολεύονται
Ας δώσουμε ένα παράδειγμα θεμάτων του PISA: Δύο φίλοι παίζουν ποδόσφαιρο σε ένα γήπεδο. Η μεταξύ τους απόσταση είναι δεδομένη, ενώ γνωρίζουν την ταχύτητα με την οποία κλωτσούν την μπάλα. Το ερώτημα είναι πόσο χρόνο χρειάζεται η μπάλα για να φτάσει από τον έναν στον άλλον.
Οι Ελληνες μαθητές σε αυτήν την ερώτηση του PISA δυσκολεύονται να βρουν τη λύση. Ομως, τους είναι πιο εύκολο να απαντήσουν εάν το ερώτημα γίνει θεωρητικό, με βάση τη λογική διδασκαλίας του ελληνικού σχολείου. Δηλαδή, να ορίσουμε τους δύο φίλους ως σημεία Α και Β, την μπάλα ως σφαιρίδιο και να δώσουμε στους μαθητές την ταχύτητα της μπάλας και την απόσταση μεταξύ Α και Β», παρατηρεί, μιλώντας στην «Κ» για το θέμα, ο Γιώργος Σταμέλος, καθηγητής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Πατρών, που ασχολείται με την εκπαιδευτική πολιτική. Το παράδειγμα καταδεικνύει τη διαφορά ανάμεσα στη βιωματική μάθηση στις φυσικές επιστήμες και στα μαθηματικά και στη θεωρητική μάθηση που βασίζεται στην αποστήθιση.
Ενα άλλο παράδειγμα, στην κατανόηση κειμένου. «Οι μαθητές μαθαίνουν πώς να μετατρέπουν ένα ρήμα από την ενεργητική στην παθητική φωνή, αλλά δεν συνειδητοποιούν πότε χρησιμοποιείται κάθε φωνή. Δεν γνωρίζουν, ας πούμε, ποια είναι η διαφορά του “δέκα στρατιώτες σκοτώθηκαν στη μάχη” από το “οι αντίπαλοι σκότωσαν δέκα δικούς μας στρατιώτες στη μάχη”;», λέει στην «Κ» η Ζωή Γαβριηλίδου, καθηγήτρια Φιλολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Στην έρευνα του 2025 στις φυσικές επιστήμες οι Ελληνες μαθητές συγκέντρωσαν 434 μονάδες (ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 482 και της Ε.Ε. 476). Στην κατανόηση κειμένου πήραν 423 μονάδες (μ.ό. του ΟΟΣΑ 461 και της Ε.Ε. 451). Τέλος, στα μαθηματικά συγκέντρωσαν 424 μονάδες (μ.ό. του ΟΟΣΑ 463 και της Ε.Ε. 460).
Το υπουργείο Παιδείας βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο, καθώς περιγράφει τη συνολική εικόνα για τη χώρα ως «μεικτή, αλλά με σαφείς ενδείξεις σταθεροποίησης», προσθέτοντας ότι και οι επιδόσεις των άλλων χωρών ήταν πτωτικές – με εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων η Τουρκία, που είχε σημαντική άνοδο. Επίσης, υποστηρίζει ότι έχει προωθήσει μεταρρυθμίσεις, τα αποτελέσματα των οποίων θα χρειαστούν μία δεκαετία για να φανούν.
«Ενώ στις χώρες που σημείωσαν σημαντική εκπαιδευτική πρόοδο μέσα στα 25 αυτά χρόνια, τα αποτελέσματα του PISA αποτέλεσαν αφετηρία για αλλαγές στα εκπαιδευτικά τους συστήματα, εμείς αρκεστήκαμε για χρόνια στη βολική δικαιολογία ότι “το PISA μετράει κάτι διαφορετικό από αυτό που επιδιώκει το ελληνικό σχολείο”», τονίζει στην «Κ» ο Κώστας Δημόπουλος, καθηγητής Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και εθνικός συντονιστής του PISA.
Τι έκαναν άλλες χώρες, που είχαν σημαντική πρόοδο στη διάρκεια των κύκλων του προγράμματος; Σύμφωνα με τη Χρύσα Σοφιανοπούλου, πρώην εθνική συντονίστρια του PISA και αντιπρύτανη του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, η Πολωνία αποτελεί από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα χώρας που βελτίωσε θεαματικά τις επιδόσεις της στο PISA –το 2025 είναι μέσα στις τρεις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες– έπειτα από βαθιές αλλαγές στο εκπαιδευτικό της σύστημα.
Αντί οι μαθητές να κατευθύνονται ήδη γύρω στα 15 τους χρόνια σε διαφορετικές εκπαιδευτικές διαδρομές, δημιουργήθηκε ένα τριετές γυμνάσιο, ώστε όλοι να παραμένουν περισσότερο χρόνο στη γενική εκπαίδευση. Η αλλαγή αυτή είχε ιδιαίτερα μεγάλη επίδραση στους μαθητές χαμηλότερων επιδόσεων, οι οποίοι προηγουμένως οδηγούνταν νωρίς στην επαγγελματική εκπαίδευση.
Παράλληλα, η Πολωνία αναμόρφωσε το πρόγραμμα σπουδών, ενίσχυσε την επίλυση προβλημάτων και την αναλυτική σκέψη και δημιούργησε σύστημα εθνικών εξωτερικών εξετάσεων και αξιολόγησης.
Η Εσθονία, από την άλλη, έχει ένα από τα πιο επιτυχημένα και σταθερά εκπαιδευτικά συστήματα. Κεντρική προτεραιότητά της είναι η εξασφάλιση ισχυρών βασικών δεξιοτήτων για τους μαθητές. Υπάρχουν εθνικοί στόχοι και πρότυπα, αλλά οι σχολικές μονάδες και οι εκπαιδευτικοί διαθέτουν σημαντική αυτονομία, μεταξύ άλλων στην επιλογή διδακτικού υλικού και στην οργάνωση της διδασκαλίας. «Ο εκπαιδευτικός αντιμετωπίζεται ως επαγγελματίας με ευθύνη και όχι ως απλός εκτελεστής κεντρικών οδηγιών. Το βασικό μάθημα για την Ελλάδα είναι ότι η Εσθονία δεν προσπάθησε να “βελτιωθεί στην κατάταξη του PISA”. Επένδυσε συστηματικά στην ποιότητα της διδασκαλίας, στις βασικές δεξιότητες, στην αυτονομία των εκπαιδευτικών και στη μείωση των ανισοτήτων», παρατηρεί η κ. Σοφιανοπούλου.
«Το πρόβλημα ξεκινάει από το νηπιαγωγείο και καταλήγει στο τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Και σημαντικό ρόλο παίζει η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών στα πανεπιστήμιά μας, όπου ο τρόπος διδασκαλίας είναι από καθέδρας και τα προγράμματα σπουδών παιδαγωγικής χρειάζονται εκσυγχρονισμό», προσθέτει η κ. Γαβριηλίδου.
Η αλυσίδα
«Πρέπει να εξετάσουμε σοβαρά τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένη η εκπαιδευτική διαδικασία», σημειώνει στην «Κ» ο Δημήτρης Φωτεινός, καθηγητής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ και μέλος της επιτροπής του διαλόγου για το εθνικό απολυτήριο. «Οι στόχοι των αναλυτικών προγραμμάτων δεν συνδέονται με επαρκή τρόπο με τα περιεχόμενα, τα περιεχόμενα δεν συνδέονται με τις σύγχρονες διδακτικές μεθοδολογίες και, τελικά, ολόκληρη αυτή η αλυσίδα δεν φαίνεται να οδηγεί στα μαθησιακά αποτελέσματα που θα έπρεπε να οδηγεί. Είναι πολύ σημαντικό το ζήτημα της στοχοθεσίας και των μέσων, αλλά και του τρόπου υλοποίησής τους. Η προσωπική και επιστημονική θέση μου είναι ότι υπάρχει σημαντικός βαθμός αστοχίας των προγραμμάτων μας», προσθέτει ο ίδιος. «Πρέπει πραγματικά να αφήσουμε πίσω μας ένα μεγάλο μέρος αυτού που γνωρίζουμε ως σημερινό σύστημα αναλυτικών προγραμμάτων, σχολικών βιβλίων και διδακτικών πρακτικών και να επανεξετάσουμε συνολικά τι διδάσκουμε, γιατί το διδάσκουμε και με ποιον τρόπο», καταλήγει.