Η είδηση δεν είναι απλώς ότι ο επικεφαλής της τουρκικής ΜΙΤ Ιμπραήμ Καλίν βρέθηκε στην Αθήνα. Η είδηση είναι τα μηνύματα που, σύμφωνα με τουρκικές πηγές, μετέφερε στην ελληνική πλευρά και κυρίως το γεγονός ότι η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα επαναφέρει με ένταση τις γνωστές αξιώσεις της στο Αιγαίο.
Ο Καλίν συναντήθηκε στην Αθήνα με τον διοικητή της ΕΥΠ Θεμιστοκλή Δεμίρη. Σύμφωνα με την τουρκική Yeni Şafak, κατά την επίσκεψή του μεταφέρθηκαν στην ελληνική πλευρά οι θέσεις της Άγκυρας για το Αιγαίο, τη στρατιωτικοποίηση των νησιών και τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται όμως αλλού.
Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι ο Καλίν, μετά τη συνάντησή του με τον διοικητή της ΕΥΠ, βρέθηκε και στο Μέγαρο Μαξίμου, όπου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Η συγκεκριμένη συνάντηση δεν έχει, μέχρι στιγμής, επιβεβαιωθεί επισήμως από την ελληνική κυβέρνηση.
Και εδώ ακριβώς αρχίζουν τα ερωτήματα.
Ποιο ήταν το μήνυμα;
Η Yeni Şafak υποστηρίζει ότι ο Καλίν μετέφερε στην Αθήνα το μήνυμα πως η Τουρκία δεν πρόκειται να αποδεχθεί «τετελεσμένα» στο Αιγαίο ούτε τη στρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών.
Πρόκειται για θέση που δεν είναι καινούργια. Είναι όμως εξαιρετικά σημαντικό ότι διατυπώνεται εκ νέου μέσα από ένα δημοσίευμα τουρκικού μέσου που βρίσκεται κοντά στην τουρκική κυβέρνηση και μάλιστα αμέσως μετά την επίσκεψη του επικεφαλής της ΜΙΤ στην Αθήνα.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνον τι είπε ο Καλίν.
Το ερώτημα είναι τι απάντησε η ελληνική πλευρά.
Γιατί άλλο πράγμα είναι ένας δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών δύο χωρών και άλλο να εμφανίζεται η Τουρκία να μεταφέρει στην ελληνική κυβέρνηση υποδείξεις για το τι μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει η Ελλάδα στο Αιγαίο.
Η διπλωματία των μηνυμάτων
Η επικοινωνία Αθήνας και Άγκυρας ασφαλώς και πρέπει να υπάρχει. Οι δίαυλοι επικοινωνίας, ιδιαίτερα σε περιόδους έντασης, είναι απαραίτητοι.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε τουρκική θέση αποκτά αυτομάτως χαρακτήρα αποδεκτού διμερούς διαλόγου.
Η Ελλάδα έχει τις δικές της θέσεις, τα δικά της κυριαρχικά δικαιώματα και τις δικές της υποχρεώσεις που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο.
Επομένως, εάν πράγματι μεταφέρθηκε στην Αθήνα μήνυμα του τύπου «δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα», η απάντηση της ελληνικής πλευράς έχει μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την τουρκική διατύπωση.
Γιατί η Τουρκία μπορεί να διατυπώνει τις αξιώσεις της.
Το ζήτημα είναι εάν η Αθήνα τις απορρίπτει με την ίδια σαφήνεια.
Και μετά ήρθε ο Ερντογάν
Λίγες ημέρες αργότερα, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μετά τη συνεδρίαση του τουρκικού Υπουργικού Συμβουλίου, έστειλε νέο μήνυμα.
Ο Τούρκος πρόεδρος δήλωσε ότι η «ήρεμη συμπεριφορά» της Τουρκίας δεν πρέπει να δημιουργεί «ψεύτικες ελπίδες» και ότι η χώρα του δεν θα μείνει άπραγη απέναντι σε ενέργειες που θεωρεί εχθρικές στην περιοχή.
Η διατύπωση αυτή δεν μπορεί να απομονωθεί από το γενικότερο κλίμα.
Από τη μία πλευρά, Αθήνα και Άγκυρα διατηρούν διαύλους επικοινωνίας.
Από την άλλη, η τουρκική πολιτική ηγεσία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί μια γλώσσα που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αντιπαράθεσης, εφόσον η Τουρκία θεωρήσει ότι θίγονται τα συμφέροντά της.
Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να προβληματίσει.
Το πραγματικό ερώτημα
Δεν είναι κακό να συναντώνται αξιωματούχοι των δύο χωρών.
Δεν είναι κακό να υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας.
Δεν είναι κακό ακόμη και να μεταφέρονται δύσκολα μηνύματα.
Κακό θα ήταν να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η Ελλάδα καλείται να προσαρμόσει τις αποφάσεις της επειδή η Άγκυρα δηλώνει εκ των προτέρων ότι «δεν θα επιτρέψει» συγκεκριμένες ελληνικές ενέργειες.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης.
Η Αθήνα οφείλει να συνομιλεί με την Άγκυρα, αλλά δεν μπορεί να συνομιλεί από θέση υποχώρησης.
Ειδικά όταν απέναντί της βρίσκεται μια Τουρκία που, την ίδια στιγμή που μιλά για διάλογο, συνεχίζει να χρησιμοποιεί δημόσια μια ρητορική περί «εχθρικών ενεργειών», «δικαιωμάτων» και «συμφερόντων» στην περιοχή.
Η επίσκεψη Καλίν στην Αθήνα, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια ακόμη συνάντηση.
Είναι ένα ακόμη επεισόδιο σε ένα παιχνίδι μηνυμάτων.
Και το κρίσιμο μήνυμα δεν είναι αυτό που έστειλε η Άγκυρα.
Είναι αυτό που θα επιλέξει να απαντήσει η Αθήνα.