Οι χαμηλές αποδοχές των υγειονομικών συνεχίζουν να πιέζουν το ΕΣΥ, με τις αποστάσεις από τις ευρωπαϊκές χώρες να παραμένουν σημαντικές.
Μισθοί που δυσκολεύουν τη στελέχωση των νοσοκομείων
Στο επίκεντρο της συζήτησης για το μέλλον του Εθνικού Συστήματος Υγείας βρίσκονται οι αποδοχές των γιατρών και των νοσηλευτών, καθώς οι αμοιβές εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό ζήτημα για τους εργαζομένους στα δημόσια νοσοκομεία. Οι διεκδικήσεις για ουσιαστικές μισθολογικές βελτιώσεις παραμένουν, ενώ η στελέχωση των υγειονομικών δομών εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες.
Σύμφωνα με στοιχεία που έχει δημοσιοποιήσει η ΠΟΕΔΗΝ, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές κατά τον πρώτο χρόνο υπηρεσίας διαμορφώνονται σε 1.313,14 ευρώ για έναν νεοπροσλαμβανόμενο γιατρό και σε 860,03 ευρώ για έναν νοσηλευτή. Για τους βοηθούς νοσηλευτών, το ποσό ανέρχεται σε 768,98 ευρώ, ενώ το βοηθητικό υγειονομικό προσωπικό λαμβάνει 708,24 ευρώ.
Τα επίπεδα αυτά αναδεικνύουν την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι, ιδιαίτερα όσοι καλούνται να υπηρετήσουν σε νησιά και απομακρυσμένες περιοχές. Εκεί, το αυξημένο κόστος στέγασης και διαβίωσης μπορεί να καταστήσει ακόμη δυσκολότερη την κάλυψη των θέσεων.
Η απόσταση από τις ευρωπαϊκές αποδοχές
Διαφορετική είναι η εικόνα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στη Γερμανία, οι μηνιαίες μικτές αποδοχές των ειδικευόμενων γιατρών κυμαίνονται περίπου από 4.600 έως 6.600 ευρώ, ενώ σε ανώτερες ιατρικές θέσεις μπορούν να ξεπεράσουν τα 9.000 ευρώ.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι ετήσιες μικτές αποδοχές των νεοδιοριζόμενων ειδικευόμενων γιατρών αναφέρονται περίπου στις 38.800 λίρες.
Παράλληλα, οι μισθολογικές διεκδικήσεις στην Ελλάδα συνδέονται με τις περικοπές της περιόδου των μνημονίων και τις δικαστικές αποφάσεις για τις αποδοχές των γιατρών. Η δημοσιονομική στενότητα έχει προβληθεί ως εμπόδιο στην εφαρμογή αυξήσεων.
Το ζητούμενο για το ΕΣΥ παραμένει η διαμόρφωση συνθηκών που θα ενισχύσουν την προσέλκυση και την παραμονή προσωπικού, ώστε οι δημόσιες δομές υγείας να μπορούν να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των πολιτών.