Submitted by aegeo on
telos-parempidimounton-sete-ksenodoxeia.

Νέες αντιδράσεις στον ξενοδοχειακό κλάδο προκαλεί η κυβερνητική εξαγγελία για αύξηση του ανώτατου συντελεστή στο τέλος παρεπιδημούντων από 0,75% σε 1%, με τους θεσμικούς φορείς του τουρισμού να προειδοποιούν για πρόσθετη επιβάρυνση των επιχειρήσεων και απώλεια ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προορισμών.

Τη δυνατότητα αύξησης ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο συνέδριο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), διευκρινίζοντας ότι η εφαρμογή του νέου συντελεστή θα εξαρτάται από την απόφαση κάθε δήμου. Επομένως, δεν πρόκειται για υποχρεωτική αύξηση σε πανελλαδικό επίπεδο.

Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί τη δεύτερη αύξηση μέσα σε δύο χρόνια. Το τέλος, που παρέμεινε στο 0,5% από το 2009 έως το 2024, έφτασε στο 0,75% με τον νόμο 5143/2024. Εφόσον εφαρμοστεί το νέο ανώτατο όριο, θα έχει διπλασιαστεί σε σχέση με το επίπεδο του 2024.

Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), σε ανακοίνωσή του στις 6 Νοεμβρίου 2026, ζητά να μην υπάρξει νέα επιβάρυνση, επικαλούμενος την αύξηση των φορολογικών εσόδων από τη διαμονή και τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας έναντι άλλων μεσογειακών προορισμών.

Αντίστοιχη θέση διατυπώνει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων (ΠΟΞ), με επιστολή προς τον πρωθυπουργό, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρος Γιάννης Χατζής και ο γενικός γραμματέας Αντώνης Παγώνης.

Η Ομοσπονδία επισημαίνει ότι 24 από τους 40 δήμους που εξετάστηκαν είχαν ήδη υιοθετήσει τον συντελεστή 0,75%, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι η νέα δυνατότητα θα αξιοποιηθεί ευρέως.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανταποδοτικότητα του τέλους, καθώς, σύμφωνα με την ΠΟΞ, τα έσοδα μπορούν πλέον να καλύπτουν γενικότερες δημοτικές δαπάνες, χωρίς σαφή σύνδεση με τις ανάγκες των τουριστικών προορισμών.

Παράλληλα, τίθεται ζήτημα άνισης φορολογικής μεταχείρισης ξενοδοχείων και βραχυχρόνιων μισθώσεων. Η ΠΟΞ υποστηρίζει ότι τα ξενοδοχεία καταβάλλουν περίπου το 92,6% των σχετικών εσόδων.

Οι δύο φορείς ζητούν επανεξέταση της εξαγγελίας, μεγαλύτερη διαφάνεια στη διάθεση των δημοτικών πόρων και ουσιαστικά ίσους όρους ανταγωνισμού για όλες τις μορφές τουριστικής διαμονής.