Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Submitted by aegeo on

.

.

Η Ελλάδα αναζητά τουριστικά στελέχη, αλλά αφήνει την τουριστική εκπαίδευση χωρίς στήριξη!
vagena

Η Ελλάδα αναζητά τουριστικά στελέχη, αλλά αφήνει την τουριστική εκπαίδευση χωρίς στήριξη!

της Δρ. Ακριβής Βαγενά (*)
Οι ελλείψεις προσωπικού δεν λύνονται με ανακοινώσεις χιλιάδων κενών θέσεων — λύνονται με σχολές που λειτουργούν, διδάσκουν και εμπνέουν. Οι ΣΑΕΚ και οι ΑΣΤΕ αποτελούν τον «αθέατο» κρίκο της κρίσης προσωπικού, ενόσω η Ελλάδα αναζητά τουριστικά στελέχη, αλλά αφήνει την τουριστική εκπαίδευση χωρίς στήριξη!.

Το αληθινό έλλειμμα πίσω από την έλλειψη

Κάθε τουριστική σεζόν τα τελευταία χρόνια ξεκινά με τον ίδιο τίτλο στα δελτία τύπου: «Χιλιάδες θέσεις προσωπικού στον τουριστικό τομέα παραμένουν ακάλυπτες». Μόνο που το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό· είναι ποιοτικό, διαρθρωτικό και εκπαιδευτικό. Το 2024 οι ελλείψεις προσωπικού στα ελληνικά ξενοδοχεία άγγιξαν τις 53.817 θέσεις από το σύνολο των 278.000! Για το 2025, οι προβλέψεις δείχνουν σταθεροποίηση και όχι βελτίωση.

Επιχειρήσεις και επαγγελματικές ενώσεις προειδοποιούν ότι το πρόβλημα αφορά την ίδια την ύπαρξη του τουρισμού της χώρας. Το κράτος αναζητά «γρήγορες λύσεις». Όμως η ρίζα βρίσκεται αλλού: στις δομές που εκπαιδεύουν, καταρτίζουν και τροφοδοτούν τον κλάδο.
Χωρίς σταθερή και ποιοτική λειτουργία των ΣΑΕΚ (Σχολές Ανώτερης Επαγγελματικής Κατάρτισης) και των ΑΣΤΕ (Ανώτερες Σχολές Τουριστικής Εκπαίδευσης), ο ελληνικός τουρισμός παράγει λιγότερους επαγγελματίες και αυριανά στελέχη απ’ όσους χρειάζεται και συχνά με δεξιότητες που δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις της αγοράς.

Οι διευθυντές και τα στελέχη των ξενοδοχείων που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του αύριο είναι οι σημερινοί φοιτητές διοίκησης φιλοξενίας.
Το πόσο καλά θα είναι προετοιμασμένοι να ανταποκριθούν σε αυτές τις προκλήσεις εξαρτάται από την ποιότητα του προγράμματος σπουδών στη διοίκηση φιλοξενίας και από τους εκπαιδευτικούς που το διδάσκουν. Είναι άραγε απαραίτητο να το θυμίσουμε αυτό; Πάντως, το ερώτημα σχετικά με το αν η τουριστική εκπαίδευση στην Ελλάδα αποτελεί πράγματι έναν αξιόλογο τομέα σπουδών εξακολουθεί να υφίσταται.

Το οξύμωρο μιας χώρας που ζητά στελέχη αλλά αφήνει τις σχολές της να «λιποθυμούν»

Στην Ελλάδα του 30 εκατομμυρίων αφίξεων, η ΣΑΕΚ Ηρακλείου, η μεγαλύτερη σχολή τουρισμού της Κρήτης, κινδύνεψε με αναστολή λειτουργίας λόγω έλλειψης στέγης και διοικητικού προσωπικού. Περισσότεροι από 500 σπουδαστές σε βασικές τουριστικές ειδικότητες έμειναν στον αέρα. Παρόμοιες εικόνες καταγράφονται και αλλού: διοικητικά κενά αλλά και γενικότερη έλλειψη προσωπικού, καθυστερήσεις στις προσλήψεις εκπαιδευτών, εργαστήρια χωρίς σύγχρονο εξοπλισμό ή απλά…χωρίς εργαστήρια, η έλλειψη επαρκούς κρατικής χρηματοδότησης για συντήρηση, ανακαίνιση, εξοπλισμό και λειτουργικές ανάγκες, η αδύναμη διασύνδεση με την αγορά.

Ο διευθυντής του ΣΑΕΚ Αγίου Δημητρίου κύριος Θ. Γούβαλης, αναφέρει ως επιπλέον σημαντικά προβλήματα τα παρακάτω: «Η υποστήριξη του έργου της πρακτικής άσκησης με πληρότητα και ποιότητα περιορίζεται κατά πολύ λόγω της μη ίδρυσης των Γ.Ε.Α.Σ. και έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια τεχνογνωσίας εξαιτίας των περιοδικών ετήσιων αποσπάσεων του προσωπικού των Σ.Α.Ε.Κ. Η ίδρυση και λειτουργία των Γραφείων Επαγγελματικής Ανάπτυξης και Σταδιοδρομίας (Γ.Ε.Α.Σ.), τα οποία θα στελεχώνονταν με εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό, με συμβούλους σταδιοδρομίας και ειδικούς επαγγελματικής συμβουλευτικής και θα είχαν ως στόχο τη διασύνδεση των καταρτιζόμενων και αποφοίτων των Σ.Α.Ε.Κ. με την αγορά εργασίας και την οργάνωση – εποπτεία της πρακτικής άσκησης, προβλεπόταν ήδη από το άρθρο 32 του ν. 4763/2020. Σήμερα, στις άοκνες προσπάθειες της εκάστοτε διοίκησης των Σ.Α.Ε.Κ. να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες απαιτήσεις του έργου της πρακτικής άσκησης των σπουδαστών, η ίδρυση και στελέχωση των Γ.Ε.Α.Σ. με σταθερό εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό θα είχε καθοριστική συνεισφορά, με στόχο την ποιοτική εξέλιξη του έργου».

Στην άλλη πλευρά, οι ΑΣΤΕ του Υπουργείου Τουρισμού, παλεύουν χρόνια με υποστελέχωση, κτιριακές εκκρεμότητες, έλλειψη πόρων και ασάφεια στο θεσμικό τους μέλλον.
Ακόμη και ερωτήσεις βουλευτών στη Βουλή κατέγραψαν ότι «η ΑΣΤΕΚ αντιμετωπίζει διαχρονικά προβλήματα που εμποδίζουν την πλήρη αξιοποίησή της».
Αυτά μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 2025, όπου σύμφωνα με νέα υπουργική απόφαση που δημοσιεύεται στο ΦΕΚ 20552/2025, τα πράγματα αλλάζουν! Το ίδιο και το πρόγραμμα σπουδών των ΑΣΤΕ. Η μείωση από 4 σε 3 έτη αποδυναμώνει τις ΑΣΤΕ και περιορίζει την επαγγελματική αναγνώριση των αποφοίτων, εντός και εκτός Ελλάδας, καθώς οι περισσότερες Ευρωπαϊκές σχολές Φιλοξενίας προσφέρουν προγράμματα 4 έτη. Η μείωση του χρόνου σπουδών καθιστά επίσης δυσκολότερη τη διεθνή αντιστοίχιση των πτυχίων και την αποδοχή από πανεπιστήμια ή εργοδότες του εξωτερικού. Tο πτυχίο των ΑΣΤΕ θα δίνει πλέον 180 ECTS (European Credit Transfer and Accumulation System) αντί των 240 που έδινε πριν. Επίπεδο που δεν αντιστοιχεί σε πανεπιστημιακό τίτλο και απαγορεύει την δυνατότητα μεταπτυχιακών σπουδών.

Σύμφωνα με τον διευθυντή της σχολής ΑΣΤΕΚ κύριο Γ. Κλεισαρχάκη τα προβλήματα με τις ξένες γλώσσες σε δύο μόνο εξάμηνα και το ότι δεν θα διδάσκονται πλέον Αγγλικά αλλά θα διεξάγονται μαθήματα και θα εξετάζονται στην Αγγλική γλώσσα, μαζί με την έλλειψη στέγασης και σίτισης για τους σπουδαστές συμπληρώνουν μια καθόλου ελκυστική κατάσταση που δεν αναμένεται να προσελκύσει περισσότερους φοιτητές, το αντίθετο μάλιστα! Επιπλέον τονίζεται από τον κύριο Κλεισαρχάκη ότι είναι αυτονόητο και σύνηθες στις τριτοβάθμιες σχολές να διαθέτουν το αυτοδιοίκητο, κάτι που δεν ισχύει για τις ΑΣΤΕ. Να έχουν δηλαδή τη δυνατότητα να λαμβάνουν οι ίδιες τις αποφάσεις που αφορούν τη λειτουργία, τη διοίκηση και το ακαδημαϊκό τους πρόγραμμα, χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις. Πρόκειται για βασική αρχή της πανεπιστημιακής λειτουργίας, που διασφαλίζει την ποιότητα, την ελευθερία και τη συνέπεια του εκπαιδευτικού έργου. «Για μια σχολή που ανήκει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, χρειάζεται περισσότερη ελευθερία – το αυτοδιοίκητο – και όχι το «Βαθύ Δημόσιο» …. Να μπορεί να ανοίξει «τα φτερά της» , να κάνει τα αυτονόητα,  συνέργειες με φορείς και εκπαιδευτικές δομές, Erasmus, …κλπ.», αναφέρει χαρακτηριστικά ο διευθυντής της ΑΣΤΕΚ.

Επιπλέον, η πρακτική άσκηση μειώνεται από τους 12 μήνες στους 9, την στιγμή που η πραγματική επαφή με το ξενοδοχειακό περιβάλλον κρίνεται απαραίτητη από την τουριστική αγορά. Σε μια χώρα που επιχειρεί να βελτιώσει την τουριστική εκπαίδευση αυτή η στρατηγική μοιάζει να αντικρούει τον στόχο.

Κι όμως, μιλάμε για τις σχολές της χώρας που παράγουν απόφοιτους που θα μπορούσαν να αναλάβουν θέσεις ευθύνης στα ξενοδοχεία, στις τουριστικές επιχειρήσεις και στις δημόσιες υπηρεσίες τουρισμού.

Όταν η εκπαίδευση χωλαίνει, η αγορά στεγνώνει

Η σχέση είναι αιτιώδης και απολύτως μετρήσιμη. Όταν μια σχολή σταματά ή καθυστερεί να λειτουργήσει, η αγορά χάνει μια ολόκληρη «σειρά» νέων επαγγελματιών. Όταν τα εργαστήρια λειτουργούν με εξοπλισμό δεκαετιών, οι σπουδαστές αποφοιτούν χωρίς εξοικείωση σε δεξιότητες που σήμερα ζητά κάθε ξενοδόχος. Όταν η πρακτική άσκηση δεν οργανώνεται σωστά, η εμπειρία γίνεται «αγγαρεία» και οι επιχειρήσεις χάνουν εμπιστοσύνη τους στην ποιότητα και την αποτελεσματικότητα των σχολών.

Και κάπως έτσι δημιουργείται ο φαύλος κύκλος:
Οι επιχειρήσεις διαμαρτύρονται για την «έλλειψη καταρτισμένου προσωπικού».
Οι σχολές λειτουργούν χωρίς επαρκή χρηματοδότηση ή στήριξη και κάποιες φορές με άστοχες παρεμβάσεις.
Και το κράτος ανακοινώνει αποσπασματικά προγράμματα κατάρτισης με σεμινάρια, που μόνα τους δεν χτίζουν ούτε κουλτούρα επαγγελματισμού, ούτε σταθερές δεξιότητες.

Οι φωνές του κλάδου είναι σαφείς – και ενιαίες

Ο ΣΕΤΕ, το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΞΕΕ) και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων (ΠΟΞ), αλλά και τοπικές επαγγελματικές ενώσεις όπως η Ένωση Ξενοδόχων Ηρακλείου και ο Πανκρήτιος Σύλλογος Διευθυντών Ξενοδοχείων, μεταξύ άλλων, έχουν κάνει δεκάδες παρεμβάσεις τα τελευταία δύο χρόνια, ζητώντας συστηματική ενίσχυση στην τουριστική εκπαίδευση και σύνδεση με την αγορά εργασίας.

Το ΙΤΕΠ έχει καταγράψει επανειλημμένα ότι «μεγάλο ποσοστό των ξενοδοχείων αντιμετωπίζει δυσκολία εύρεσης προσωπικού σε βασικές και εποχικές ειδικότητες».
Οι επαγγελματίες ζητούν επανεκκίνηση των ΑΣΤΕ και αναβάθμιση των ΣΑΕΚ ώστε να αποτελέσουν «πυλώνες παραγωγής στελεχών».
Το ΙΝΣΕΤΕ, τονίζει την σημασία των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού για την ανταγωνιστικότητα του κλάδου, της οικονομίας και κατ’ επέκταση μιας χώρας και μέσω των προγραμμάτων upskilling και reskilling, επιβεβαιώνει ότι η ζήτηση για ψηφιακές και διοικητικές δεξιότητες στον τουρισμό αυξάνεται ραγδαία, όμως ο ρυθμός εκπαίδευσης παραμένει στάσιμος.

Εν ολίγοις: οι επιχειρήσεις το φωνάζουν, τα ινστιτούτα το μετρούν, οι σχολές το ζουν, αλλά η πολιτεία καθυστερεί να κάνει την εκπαίδευση μέρος της λύσης.

Χωρίς σταθερές σχολές, δεν υπάρχει σταθερή αγορά εργασίας

Οι ΣΑΕΚ και οι ΑΣΤΕ δεν είναι απλώς «σχολές»· είναι κόμβοι ροής ανθρώπινου κεφαλαίου.
Όταν λειτουργούν σωστά, μπορούν να παρέχουν:

Απόφοιτους έτοιμους για εργασία, με πρακτικές δεξιότητες σε φιλοξενία, εστίαση, τεχνολογία και βιωσιμότητα.
Ευκαιρίες επανεκπαίδευσης για ήδη εργαζόμενους, μέσω σύντομων κύκλων μαθημάτων.
Γραφεία Σταδιοδρομίας που λειτουργούν ως μεσολαβητές μεταξύ φοιτητών και επιχειρήσεων.
Όταν, όμως, οι ίδιες αυτές σχολές υπολειτουργούν, η αγορά στερεύει.
Οι επιχειρήσεις στρέφονται σε αλλοδαπούς ανειδίκευτους εργαζόμενους, σε προσωπικό χωρίς εμπειρία, ή σε υπερκόπωση του υπάρχοντος προσωπικού.
Η ποιότητα των υπηρεσιών πέφτει, η ικανοποίηση των πελατών μειώνεται, και το ελληνικό τουριστικό brand σταδιακά φθείρεται.

Οι προτάσεις υπάρχουν. Το στοίχημα είναι η εφαρμογή

Αν θέλουμε να σταματήσει αυτός ο κύκλος, πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις ΣΑΕΚ και τις ΑΣΤΕ ως επενδύσεις στρατηγικής σημασίας και όχι ως γραφειοκρατικά παραρτήματα.
Αναγκαία είναι:

Θεσμική θωράκιση και σταθερή λειτουργία
Καμία σχολή να μην κινδυνεύει να κλείσει επειδή «δεν βρέθηκε χώρος» ή «καθυστερεί ο προϋπολογισμός». Η τουριστική εκπαίδευση πρέπει να ενταχθεί ρητά στην εθνική αναπτυξιακή στρατηγική.
Πλήρης στελέχωση και εξοπλισμός
Επαρκές διοικητικό και διδακτικό προσωπικό, εξοπλισμένα εργαστήρια και ψηφιακά εργαλεία.
Διασύνδεση με την αγορά
Σταθερές συνεργασίες με τοπικές ενώσεις ξενοδόχων και τουριστικών φορέων, συμφωνίες για πρακτική άσκηση και mentoring.
Προγράμματα δια βίου μάθησης μέσα από τις ίδιες τις σχολές
Οι ΣΑΕΚ και οι ΑΣΤΕ μπορούν να μετατραπούν σε περιφερειακά κέντρα μάθησης που λειτουργούν εκτός σεζόν, παρέχοντας κατάρτιση σε επίκαιρους θεματικούς τομείς.
Δείκτες αποτελεσματικότητας και αξιολόγηση
Η επιτυχία κάθε σχολής να μετριέται με βάση: αποφοίτους, απορρόφηση στην αγορά, ικανοποίηση επιχειρήσεων, ποσοστό επιτυχούς πρακτικής.
Από την «έλλειψη» στην ευκαιρία

Η έλλειψη προσωπικού θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ευκαιρία επανασχεδιασμού του τουριστικού ανθρώπινου δυναμικού.
Η επένδυση σε εκπαίδευση, όχι μεμονωμένα προγράμματα, αλλά μεθοδικά, θεσμικά και σε βάθος χρόνου, είναι η μόνη βιώσιμη απάντηση.

Γιατί ο τουρισμός δεν είναι μόνο αριθμοί αφίξεων και διανυκτερεύσεων.
Είναι οι άνθρωποι. Είναι οι επαγγελματίες που κρατούν όρθια τη φιλοξενία, που μαγειρεύουν, καθαρίζουν, χαμογελούν, οργανώνουν, προωθούν, εξυπηρετούν.
Είναι όμως και οι επιχειρηματίες και οι διευθυντές που, παρά τις σημαντικές ελλείψεις σε προσωπικό και τα ασφυκτικά κόστη, προσπαθούν καθημερινά να διατηρήσουν ποιότητα, αξιοπρέπεια και συνέπεια.
Όμως, χωρίς σχολές που να εκπαιδεύουν, να στηρίζουν και να εμπνέουν το ανθρώπινο δυναμικό τους, καμία στρατηγική, καμία διαφήμιση, κανένα νέο brand δεν θα έχει διάρκεια.

Αν κάτι απέδειξαν οι τελευταίες τουριστικές χρονιές, είναι ότι η ανθρώπινη διάσταση είναι η μεγαλύτερη πρόκληση της δεκαετίας.
Η Ελλάδα έχει brand, έχει φυσικό πλούτο, έχει φήμη. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα σταθερό εκπαιδευτικό οικοσύστημα που να παράγει συνεχώς καταρτισμένους, αφοσιωμένους και σωστά αμειβόμενους επαγγελματίες του τουρισμού.

Οι ΣΑΕΚ και οι ΑΣΤΕ δεν είναι μια «διοικητική λεπτομέρεια».
Είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα σταθεί ή θα καταρρεύσει το ανθρώπινο δυναμικό του ελληνικού τουρισμού.

 

ΠΗΓΗ https://money-tourism.gr/

Τίτλοι Ειδήσεων