Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Submitted by aegeo on
Deriziotis

του Κωνσταντίνου Στ. Δεριζιώτη

Στη ΔΕΘ ακούσαμε πολλά για «κοινωνική ανταπόδοση», επιδόματα, μισθούς, συντάξεις, αγρότες, επαγγελματίες, στεγαστικό και αποταμίευση. Για τον κλάδο, όμως, που παράγει έως και το ένα τρίτο του ελληνικού ΑΕΠ μαζί με τις έμμεσες επιδράσεις του, απασχολεί εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και κρατά ζωντανό μεγάλο μέρος της περιφέρειας, δεν υπήρξε ούτε μία συγκεκριμένη παρέμβαση. Και αυτό δεν είναι απλώς παράλειψη. Είναι πολιτικό μήνυμα.


Χάσαμε τον Τουρισμό. Over. Αναζητείται πλέον με Amber Alert.

Διάβασα και ξαναδιάβασα ολόκληρη την ομιλία του Πρωθυπουργού στη 90ή ΔΕΘ. Για να είμαι απολύτως ακριβής –γιατί η ακρίβεια έχει σημασία– η λέξη «Τουρισμός» υπάρχει δύο φορές. Μία ως «βραχίονας» του πολιτισμού και μία, πολύ αργότερα, σε μια γενική αναφορά στον «ειδικό τουρισμό» στο πλαίσιο της κλιματικής προσαρμογής.


Ούτε μία, όμως, συγκεκριμένη εξαγγελία για τον Τουρισμό.

Ούτε ένα μέτρο.

Ούτε μία αντιμετώπιση κάποιου από τα συσσωρευμένα προβλήματα του κλάδου.

Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί η κυβερνητική αφήγηση πριν από τη ΔΕΘ ήταν ότι έρχεται η ώρα της «κοινωνικής ανταπόδοσης», ότι μετά από χρόνια θυσιών θα διορθωθούν αδικίες και θα επιστραφεί μέρος του αποτελέσματος σε όσους σήκωσαν βάρη. Προφανώς κάποιοι από εμάς θεωρήσαμε αφελώς ότι σε αυτούς θα συμπεριλαμβανόταν και ο τουρισμός.


Πλανηθήκαμε πλάνην οικτράν.

Ένας κλάδος τεράστιος για την οικονομία, ανύπαρκτος στις εξαγγελίες
Δεν μιλάμε για έναν περιφερειακό κλάδο της οικονομίας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία για το 2025, η άμεση συνεισφορά του τουρισμού ανήλθε στα 32,4 δισ. ευρώ ή στο 13% του ΑΕΠ, ενώ μαζί με τις έμμεσες και πολλαπλασιαστικές επιδράσεις εκτιμάται μεταξύ 28,7% και 34,6% του ελληνικού ΑΕΠ. Δηλαδή, σε όρους συνολικού οικονομικού αποτυπώματος, μιλάμε περίπου για ένα στα τρία ευρώ της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας.

Και ας τελειώνουμε επιτέλους και με τον μύθο ότι ο ελληνικός Τουρισμός είναι μερικές δεκάδες μεγάλοι ξενοδοχειακοί όμιλοι που μπορούν να απορροφήσουν οποιαδήποτε νέα επιβάρυνση. Στην Ελλάδα λειτουργούν πάνω από 10.000 ξενοδοχεία και το 79% διαθέτει έως 50 δωμάτια. Πρόκειται σε πολύ μεγάλο βαθμό για μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις, πολλές από τις οποίες λειτουργούν εποχικά.

Υπάρχει επίσης η άλλη Ελλάδα. Τα μικρά ορεινά ξενοδοχεία, οι επιχειρήσεις σε χωριά και απομακρυσμένες περιοχές, οι οικογένειες που κάθε χειμώνα κάνουν λογαριασμό για να δουν αν βγαίνει άλλη μία χρονιά. Για αυτούς δεν υπάρχει η πολυτέλεια των μεγάλων ισολογισμών. Υπάρχει το ενεργειακό κόστος, η μισθοδοσία, η φορολογία, η έλλειψη προσωπικού, η χρηματοδότηση, η προκαταβολή φόρου και η καθημερινή μάχη επιβίωσης.

Για όλα αυτά, σιωπή.

Η προκαταβολή φόρου και το «κάποτε»
Είχαμε ακούσει πολλά πριν από τη ΔΕΘ για τη μείωση της προκαταβολής φόρου. Και δικαίως. Η προκαταβολή φόρου αποτελεί μία από τις πιο παράλογες στρεβλώσεις για μια επιχείρηση: το κράτος ζητά σήμερα χρήματα για κέρδη που υποθέτει ότι θα υπάρξουν αύριο. Σημειώνω με έμφαση ότι στο προεκλογικό πρόγραμμα της ΝΔ ήταν η σοβαρή μείωσή της…

Τελικά ανακοινώθηκε για τα νομικά πρόσωπα σταδιακή μείωση της προκαταβολής από το σημερινό 80% προς το 50%, με έναρξη το 2028 και αποκλιμάκωση κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες ετησίως.

Κατεύθυνση σωστή. Χρονοδιάγραμμα, όμως, που δεν ανταποκρίνεται στην πίεση ρευστότητας που βιώνει σήμερα η αγορά. Η επιχείρηση δεν πληρώνει μισθοδοσία το 2030. Δεν αγοράζει πρώτες ύλες το 2032. Δεν πληρώνει ενέργεια κάποια στιγμή στο μέλλον. Τα πληρώνει σήμερα.

Και γι’ αυτό έχει σημασία ότι η κριτική δεν προέρχεται μόνο από τον Τουρισμό. Ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Γιάννης Μπρατάκος χαρακτήρισε τις εξαγγελίες «βήμα, αλλά όχι το άλμα που χρειάζεται σήμερα η ελληνική επιχειρηματικότητα», ενώ η ΓΣΕΒΕΕ μίλησε ακόμη πιο έντονα για «απογοήτευση και οργή». Συνολικά, η υποδοχή από βασικούς φορείς της αγοράς κινήθηκε περισσότερο στο «ναι μεν, αλλά», με κοινή επισήμανση ότι οι ανάγκες των μικρομεσαίων δεν καλύπτονται στον βαθμό που περίμεναν.

Άρα ας μη βαφτίζουμε τη δυσαρέσκεια «γκρίνια του Τουρισμού». Υπάρχει ευρύτερο θέμα στην παραγωγική οικονομία.

Ένα σωστό μέτρο – αλλά όχι αρκετό
Για να είμαστε δίκαιοι, υπάρχει ένα μέτρο που κινείται καθαρά σε αναπτυξιακή κατεύθυνση: η επιτάχυνση των αποσβέσεων για την ανανέωση του εξοπλισμού των επιχειρήσεων από τα δέκα στα έξι χρόνια. Είναι σωστό. Ενθαρρύνει τον εκσυγχρονισμό και αναγνωρίζει ότι μια επιχείρηση που επενδύει πρέπει να έχει ισχυρότερο φορολογικό κίνητρο.

Αλλά είναι λίγο.

Η ελληνική επιχείρηση –και ειδικά η τουριστική, που πρέπει συνεχώς να ανακαινίζει, να ψηφιοποιείται, να προσαρμόζεται σε νέες ενεργειακές και περιβαλλοντικές απαιτήσεις και να ανταγωνίζεται μονάδες από την Τουρκία έως την Ισπανία– χρειάζεται πολύ πιο γενναίο επενδυτικό πλαίσιο.

Θετική είναι και η μεταφορά 1,5 δισ. ευρώ στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, με κυβερνητική εκτίμηση ότι μαζί με τραπεζική μόχλευση μπορεί να κινητοποιηθεί χρηματοδότηση έως 5 δισ. ευρώ για μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Όμως εδώ θα κριθούν όλα στην πράξη: πόσες πραγματικά μικρές επιχειρήσεις θα περάσουν την πόρτα της χρηματοδότησης και με ποιους όρους; Κι αν θα είναι σε παραγωγικές επιχειρήσεις ή σε κομμωτήρια και νυχάδικα όπως θρυλείται…

Ο «κουμπαράς» και τα 60.000 ευρώ
Θεωρώ σωστή την ιδέα να καλλιεργηθεί κουλτούρα αποταμίευσης και να δημιουργηθεί ένας επενδυτικός λογαριασμός για τα παιδιά. Είναι ίσως από τις πιο ενδιαφέρουσες ιδέες που ακούστηκαν. Βέβαια το αν μπορεί να αποταμιεύει η μέση ελληνική οικογένεια είναι ένα θέμα..

Αλλά τα νούμερα πρέπει να παρουσιάζονται καθαρά.

Το σχέδιο προβλέπει ότι ο γονιός καταθέτει έως 1.200 ευρώ ετησίως και το κράτος βάζει ισόποσα. Με αυτά τα δεδομένα, οι καταβολές γονέα και κράτους, χωρίς καμία επενδυτική απόδοση, φτάνουν περίπου τις 49.300 ευρώ στα 18 χρόνια.

Άρα το ποσό «πάνω από 60.000 ευρώ» που ανέφερε ο Πρωθυπουργός δεν προκύπτει από απλή άθροιση των καταβολών. Προϋποθέτει επενδυτική απόδοση του κεφαλαίου. Αυτό μπορεί ασφαλώς να συμβεί. Αλλά τότε πρέπει να ειπωθεί καθαρά: με ποια υπόθεση μέσης απόδοσης; Ποιος αναλαμβάνει τον επενδυτικό κίνδυνο; Ποια θα είναι τα κόστη διαχείρισης; Υπάρχει εγγύηση κεφαλαίου;

Όταν ανακοινώνεται ένα μέτρο δεκαοκταετούς διάρκειας από Πρωθυπουργό, η ακρίβεια δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι προϋπόθεση αξιοπιστίας.

Και είναι άξιο απορίας πως στην σημερινή συνέντευξη Τύπου δεν βρέθηκε ΕΝΑΣ δημοσιογράφος να ρωτήσει. Μάλιστα ο πρωθυπουργός για να το “μπαλώσει” είπε για ετήσιο τοκισμό 3,5% αλλά αυτό δεν υπάρχει ούτε στα καζίνο. Και να σας αποκαλύψω ότι είχε ζητηθεί μελέτη για το θέμα αυτό από κορυφαίο ερυενητικό ίδρυμα το οποίο την παρέδωσε και το τελικό ποσό ήταν κάτω από 50.000 ευρώ…

Και τώρα ο κατώτατος μισθός
Το ίδιο ισχύει και για τον κατώτατο μισθό. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το 2027 θα ξεπεράσει τα 950 ευρώ και θα φτάσει τα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028. Κάνει ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα!

Να αυξηθούν οι μισθοί; Ασφαλώς. Πρέπει να αυξηθούν. Το πρόβλημα είναι να πιστεύουμε ότι μια διοικητική απόφαση από μόνη της δημιουργεί το εισόδημα με το οποίο θα πληρωθεί η αύξηση. Και όχι μόνο να αυξηθούν οι μισθοί αλλά να προστατεύουμε και την αγοραστική δύναμη. Γιατί αν αφήνουμε την ακρίβεια “αδάμαστη”, για να μαζεύουμε ΦΠΑ και να τον κάνουμε επιδόματα, σε βάρος των … κορόϊδων, δεν θα δούμεχαϊρι!

Μόνιμη πραγματική αύξηση μισθών χωρίς αύξηση παραγωγικότητας δεν υπάρχει.
Αν μία μικρή επιχείρηση τριών, τεσσάρων ή πέντε εργαζομένων λειτουργεί ήδη οριακά και της αυξάνεις διαδοχικά το μισθολογικό κόστος, ενώ ταυτόχρονα διατηρούνται υψηλά το ενεργειακό κόστος, τα επιτόκια, η προκαταβολή φόρου, η γραφειοκρατία και οι υπόλοιπες επιβαρύνσεις, κάποια στιγμή δεν θα «προσαρμοστεί». Θα κλείσει ή θα μειώσει προσωπικό.

Αυτό ακριβώς επισήμανε και το ΕΒΕΑ: η αύξηση των μισθών είναι αναγκαία, αλλά για να είναι βιώσιμη πρέπει να στηρίζεται στην παραγωγικότητα. Δεν μπορεί το κράτος να αποφασίζει το κόστος της επιχείρησης χωρίς ταυτόχρονα να δημιουργεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή θα παράγει περισσότερο.

Μήπως τελικά δεν μας ενδιαφέρουν οι μικροί;
Αυτό είναι για μένα το πραγματικό ερώτημα της φετινής ΔΕΘ.

Δεν αμφισβητώ την ανάγκη κοινωνικής πολιτικής. Ούτε υποστηρίζω ότι δεν πρέπει να στηρίζονται συνταξιούχοι, οικογένειες ή ευάλωτοι συμπολίτες μας. Αλλά μια οικονομία δεν μπορεί μονίμως να συζητά μόνο για το πώς θα μοιράσει και όλο και λιγότερο για το πώς θα παράγει.

Ούτε μπορεί η παραγωγική οικονομία να αντιμετωπίζεται περίπου σαν ανεξάντλητη πηγή από την οποία εισπράττουμε φόρους, εισφορές και νέες υποχρεώσεις.

Και εδώ επανέρχομαι στον Τουρισμό.

Έναν κλάδο ο οποίος επί χρόνια ακούει εξαγγελίες που συχνά σημαίνουν νέες επιβαρύνσεις, τέλη και υποχρεώσεις, αλλά αυτή τη φορά –όταν υποτίθεται ότι ήρθε η ώρα της «ανταπόδοσης»– δεν άκουσε τίποτα για τον ίδιο.

Ούτε για τη φορολογία του. Ούτε για την ανταγωνιστικότητά του. Ούτε για την βραχυχρόνια. Ούτε για τις επενδύσεις. Ούτε για το κόστος εργασίας. Ούτε για τα μικρά ορεινά ξενοδοχεία. Ούτε για την εποχικότητα. Ούτε για τη ρευστότητα. Ούτε για τις υποδομές που πληρώνει ο επισκέπτης και δεν βρίσκει.

Και, επαναλαμβάνω, δεν είναι μόνο ο Τουρισμός που αισθάνεται έτσι. Σημαντικοί παραγωγικοί και επιχειρηματικοί φορείς υποδέχθηκαν τις εξαγγελίες με σοβαρές επιφυλάξεις, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η αντίδραση ήταν οργισμένη.

Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι απολύτως απαραίτητη. Αλλά δημοσιονομική σταθερότητα χωρίς παραγωγική ανάπτυξη είναι διαχείριση, όχι οικονομικό άλμα.

Και αν πράγματι θέλουμε κάποτε η Ελλάδα να συγκλίνει με την Ευρώπη, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα επιδόματα μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε ή πόσο μπορούμε διοικητικά να αυξήσουμε έναν μισθό.

Το ερώτημα είναι πόσες επιχειρήσεις μπορούν να επενδύσουν, να γίνουν μεγαλύτερες, να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, να πληρώσουν πραγματικά καλύτερους μισθούς και να ανταγωνιστούν διεθνώς.

Και σε αυτό το πεδίο, οι χθεσινές εξαγγελίες ήταν, δυστυχώς, κατώτερες των περιστάσεων.

Όσο για τον τουρισμό;

Αναζητείται.

ΥΓ: Ζήτησα να πάρω ερώτηση από το πρωθυπουργικό επιτελείο, αλλά δεν ήμουν από τους “τυχερούς”.

Η ερώτηση για την ιστορία ήταν η εξής:

“Ο Τουρισμός αντιπροσωπεύει το 30% και πλέον του ΑΕΠ της χώρας, τα τελευταία χρόνια μαζί με το RRF ήταν το 100% της αύξησης του ΑΕΠ, απασχολεί εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους και συμβάλλει καθοριστικά στην περιφερειακή ανάπτυξη. Το 78% των ξενοδοχείων δε είναι μέχρι 50 δωμάτια, απολύτως οικογενειακά.

Από την άλλη είναι επιβαρυμένος με υπέρογκους φόρους, τέλη και επιβαρύνσεις και τα τελευταία χρόνια είναι εκτός όλων των χρηματοδοτήσεων.

Χθες λοιπόν στην ομιλία σας δεν υπήρξε η παραμικρή αναφορά στον ελληνικό Τουρισμό.

Την ίδια στιγμή το 2026 είναι η πρώτη χρονιά μετά από μια 10ετια και πλέον που η έκβαση της είναι αβέβαιη, ενώ συνεργάτες μας από το εξωτερικό τονίζουν -και προς την κυβέρνηση- ότι η Ελλάδα είναι πολύ ακριβή πλέον.

Προτίθεστε να ανακοινώσετε μέτρα για τον Τουρισμό στην κατεύθυνση της μείωσης των φορολογικών και άλλων επιβαρύνσεων; Θα κάνετε κάτι με την βραχυχρόνια μίσθωση που κινείται ανεξέλεγκτα”;

ΥΓ1: Όταν ρώτησα τον Κύπριο Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη, στην συνέντευξη που είχα την τιμή να κάνω μαζί του, πως προοδεύει τόσο πολύ ο Τουρισμός στην Κύπρο η απάντησή του ήταν: “Κάνουμε ότι μας ζητά ο ιδιωτικός τομέας”.
ΠΗΓΗ https://money-tourism.gr/

Ειδήσεις

Ετικέτες

Διαβάστε επίσης: