.
.
Ξεκίνησε από τις 12 Φεβρουαρίου η υποβολή αιτήσεων θεώρησης εισόδου για την Ελλάδα από την Ινδία, μετά την επαναλειτουργία των Κέντρων Υποδοχής Αιτήσεων Visa, εξέλιξη που επαναφέρει σε κανονικό ρυθμό την πρόσβαση ταξιδιωτών από μία αγορά με ιδιαίτερα υψηλή δυναμική για τον ελληνικό τουρισμό.
Σύμφωνα με την ελληνική πρεσβεία στο Νέο Δελχί, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να κλείνουν ραντεβού μέσω της επίσημης πλατφόρμας και να υποβάλλουν πλήρη φάκελο δικαιολογητικών στα εξουσιοδοτημένα κέντρα. Ο χρόνος επεξεργασίας εκτιμάται έως 15 ημέρες, ενώ σε περιπτώσεις διαβούλευσης με άλλα κράτη Σένγκεν μπορεί να επεκταθεί έως 45 εργάσιμες ημέρες.
Οι αιτήσεις πρέπει να κατατίθενται τουλάχιστον 15 εργάσιμες ημέρες πριν από την αναχώρηση, ενώ για υποβολές εκτός Νέου Δελχί απαιτείται επιπλέον χρόνος διαβίβασης. Υπενθυμίζεται ότι η αίτηση μπορεί να κατατεθεί έως και έξι μήνες πριν από το ταξίδι, ώστε να αποφευχθούν καθυστερήσεις λόγω περιορισμένης διαθεσιμότητας ραντεβού.
Την ίδια στιγμή, η αεροπορική συνδεσιμότητα ενισχύεται σταδιακά. Η πρόσβαση πραγματοποιείται σήμερα μέσω μεγάλων διεθνών κόμβων της Μέσης Ανατολής και της Κωνσταντινούπολης, ενώ η έναρξη πτήσεων της IndiGo προς ευρωπαϊκούς προορισμούς ενισχύει περαιτέρω τις επιλογές μετακίνησης. Παράλληλα, από το φθινόπωρο αναμένεται η έναρξη δρομολογίων της Aegean Airlines προς την ινδική αγορά, εξέλιξη που εκτιμάται ότι θα βελτιώσει ουσιαστικά τη συνδεσιμότητα και θα ενισχύσει τη ζήτηση.
Στο μεταξύ, ο πρόεδρος της fedhatta, Λύσανδρος Τσιλίδης, επισημαίνει σε δηλώσεις του στο Tornos News ότι η Ινδία αποτελεί «πάρα πολύ καλή αγορά», με εκατομμύρια ταξιδιώτες που κινούνται διεθνώς και τους οποίους η Ελλάδα επιδιώκει να προσελκύσει. Όπως σημειώνει, πρόκειται για μια αγορά με διαφορετικά προφίλ ταξιδιωτών: από εύπορους επισκέπτες υψηλής δαπάνης έως ταξιδιώτες που αναζητούν οικονομικές επιλογές διαμονής, όπως βραχυχρόνιες μισθώσεις.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι οι Ινδοί ταξιδιώτες είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι στην τιμή και συχνά διαπραγματεύονται το κόστος, ωστόσο το μέγεθος της αγοράς δημιουργεί σημαντικές προοπτικές. «Δεν υπάρχει ταβάνι στους πόσους μπορεί να υποδεχθεί η Ελλάδα. Όλοι είναι καλοδεχούμενοι», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Οι Ινδοί επισκέπτες επιλέγουν κυρίως Αθήνα, Μύκονο και Σαντορίνη, ενώ η ζήτηση παραμένει ισχυρή ακόμη και σε περιόδους κρίσεων, γεγονός που καταδεικνύει την ελκυστικότητα των ελληνικών προορισμών.
Σε τούτο το σημείο να τονιστεί, σύμφωνα με τον κ. Τσιλίδη, ότι παρατηρείται σημαντικό έλλειμμα ενημέρωσης σχετικά με το τουριστικό προϊόν της Ελλάδας στην ινδική αγορά. Όπως αναφέρει, πολλοί δυνητικοί επισκέπτες δεν γνωρίζουν βασικά στοιχεία μετακίνησης και γεωγραφίας, γεγονός που αναδεικνύει τον κρίσιμο ρόλο των επαγγελματιών του τουρισμού και των τουριστικών γραφείων στην παροχή αξιόπιστης πληροφόρησης και στην ανάπτυξη συνεργασιών με την ινδική τουριστική βιομηχανία.
Η επανεκκίνηση της διαδικασίας visa έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα εντείνει τη στρατηγική διείσδυσης στην ινδική αγορά, η οποία εμφανίζει αυξανόμενη ζήτηση για πολιτιστικούς προορισμούς, πολυτελείς εμπειρίες, γαμήλιο τουρισμό και κινηματογραφικές παραγωγές.
Σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας, η ταχεία και προβλέψιμη διαδικασία θεωρήσεων, σε συνδυασμό με τη βελτίωση της αεροπορικής πρόσβασης και τη σωστή ενημέρωση της αγοράς, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την προσέλκυση ταξιδιωτών υψηλής αξίας και τη διαμόρφωση βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης.
Κώστας Χαλκιαδάκης
Πηγή:tornosnews.gr