Της Στέλλας Κυβέλου
Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή επαναφέρει στο προσκήνιο τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και δημιουργεί νέα δεδομένα για την ελληνική διπλωματία. Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η συζήτηση δεν περιορίζεται στη νομική ισχύ της συμφωνίας, αλλά επεκτείνεται στις πιθανές συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει η πολιτική και επιχειρησιακή αξιοποίησή της.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανάλυση της Στέλλας Κυβέλου, καθηγήτριας Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, η οποία επισημαίνει ότι η εσωτερική θεσμική κατοχύρωση του μνημονίου στη Λιβύη δεν το καθιστά αυτομάτως δεσμευτικό έναντι της Ελλάδας. Η νομική θέση της χώρας παραμένει διακριτή από τις πολιτικές εξελίξεις, οι οποίες, ωστόσο, μπορούν να επηρεάσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ασκούνται οι θαλάσσιες διεκδικήσεις.
Η νομική αμφισβήτηση και οι πολιτικές συνέπειες
Η ευρωπαϊκή θέση είναι ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν συμβαδίζει με το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τρίτων κρατών. Η εσωτερική έγκρισή του από τη λιβυκή πλευρά δεν αίρει τις συγκεκριμένες αντιρρήσεις.
Ωστόσο, η ενδεχόμενη διεύρυνση της πολιτικής υποστήριξης του μνημονίου περιορίζει τα περιθώρια αξιοποίησης των εσωτερικών διαφοροποιήσεων στη Λιβύη. Η προηγούμενη αντίθεση της ανατολικής λιβυκής πλευράς αποτελούσε ένα πολιτικό εμπόδιο στην εδραίωση της συμφωνίας. Εάν η μεταβολή της στάσης επιβεβαιωθεί, θα χρειαστεί νέα αξιολόγηση των διπλωματικών δεδομένων.
Οι συνέπειες μπορεί να αφορούν τις θαλάσσιες έρευνες, τις ενεργειακές παραχωρήσεις και την ανάπτυξη υποδομών. Οι αμφισβητήσεις ενδέχεται να δημιουργήσουν καθυστερήσεις, πρόσθετο κόστος και αβεβαιότητα για επενδυτές και εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Πρόκειται για πιθανά σενάρια και όχι για δεδομένες επιπτώσεις, ωστόσο αναδεικνύουν γιατί η νομική επιχειρηματολογία χρειάζεται να συνοδεύεται από πρακτικές πολιτικές κινήσεις.
Τα νησιά και ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός
Ιδιαίτερη διάσταση αποκτά το ζήτημα για τις νησιωτικές περιοχές. Η οικονομική ανάπτυξη των νησιών συνδέεται με τη συνδεσιμότητα, τις υποδομές, τις παραγωγικές δραστηριότητες και την αξιοποίηση του θαλάσσιου χώρου. Όταν οι αμφισβητήσεις επηρεάζουν τον σχεδιασμό ή την υλοποίηση έργων, μπορεί να περιορίζονται οι αναπτυξιακές δυνατότητες των τοπικών κοινωνιών.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η συστηματική οργάνωση των θαλάσσιων δραστηριοτήτων, με επιστημονική τεκμηρίωση και συμμετοχή των νησιωτικών κοινωνιών, μπορεί να υποστηρίξει τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της εθνικής πολιτικής. Δεν υποκαθιστά τη διεθνή οριοθέτηση ούτε δημιουργεί αυτοτελώς κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά αποτελεί εργαλείο σχεδιασμού και διαχείρισης.
Ο GSI και οι ενεργειακές ισορροπίες
Σημαντικό κεφάλαιο αποτελεί και ο Great Sea Interconnector (GSI), η ηλεκτρική διασύνδεση που συνδέεται με την ενεργειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ενίσχυση των θαλάσσιων αμφισβητήσεων μπορεί να αυξήσει την πολιτική πίεση γύρω από υποδομές στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια και τη διασύνδεση της περιοχής.
Δεν μπορεί, ωστόσο, να θεωρηθεί δεδομένο ότι η έγκριση του μνημονίου συνεπάγεται την παρεμπόδιση του έργου. Για ασφαλή συμπεράσματα απαιτείται συγκεκριμένη εξέταση της όδευσης του καλωδίου, των προβαλλόμενων διεκδικήσεων και του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου. Η ευρωπαϊκή στήριξη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν μεταφράζεται σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την υλοποίηση των ενεργειακών υποδομών.
Η περιβαλλοντική διπλωματία στο προσκήνιο
Η συζήτηση επεκτείνεται και στη διεθνή περιβαλλοντική πολιτική, ενόψει της COP31 και των πρωτοβουλιών που συνδέονται με τη θαλάσσια προστασία και την κλιματική ανθεκτικότητα. Η περιβαλλοντική συνεργασία μπορεί να αποτελέσει πεδίο διεθνούς προβολής, ενώ οι γεωγραφικές παραδοχές που ενσωματώνονται σε χάρτες, προγράμματα και δράσεις χρειάζονται προσεκτική αξιολόγηση.
Μια διεθνής κλιματική διάσκεψη δεν καθορίζει θαλάσσια σύνορα. Οι σχετικές πρωτοβουλίες, ωστόσο, μπορεί να έχουν πολιτική σημασία, γι’ αυτό και η ελληνική πλευρά καλείται να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να παρεμβαίνει εγκαίρως, προβάλλοντας την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος σε συνδυασμό με τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και των δικαιωμάτων των νησιών.
Το βασικό ζητούμενο για την Αθήνα είναι να συνδέσει τη νομική τεκμηρίωση με μια συνεκτική στρατηγική που θα περιλαμβάνει διπλωματικές παρεμβάσεις, αποτελεσματικό χωροταξικό σχεδιασμό και στήριξη των υποδομών. Η εξέλιξη στη Λιβύη αναδεικνύει ότι η προστασία των ελληνικών δικαιωμάτων απαιτεί συνεχή παρουσία, σχεδιασμό και πρακτική εφαρμογή πολιτικών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στέλλα Κυβέλου, καθηγήτρια Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, εμπειρογνώμονας του Μηχανισμού Στήριξης της ΕΕ για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό και CEO της SDMED MARIS.