.
.
Μια διαδρομή από τη Λάρισα στην Αθήνα με 52 δραχμές στην τσέπη, δύο ασήκωτες βαλίτσες, τις πίτες της μάνας του και ώρες περπατήματος μέχρι την Κυψέλη. Πίσω όμως από την ιστορία του νεαρού Λάκη Λαζόπουλου που ξεκινούσε τη ζωή του στην πρωτεύουσα, υπήρχε ήδη ένας ολόκληρος μηχανισμός άμυνας που είχε χτιστεί μέσα στο πατρικό του σπίτι στη Λάρισα. Η ικανότητα να μετατρέπει όσα τον φόβιζαν και τον πλήγωναν σε σκηνές μιας παράστασης.
Ο Λαρισαίος καλλιτέχνης, μιλώντας στον ΣΚΑΪ, γύρισε δεκαετίες πίσω και αφηγήθηκε με χιούμορ, αλλά και σπάνια προσωπική διάθεση, την ημέρα που άφησε πίσω του τη Λάρισα για να δοκιμάσει την τύχη του στην Αθήνα. Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80, μόλις είχε τελειώσει το πανεπιστήμιο και, όπως θυμάται, διέθετε όλο κι όλο 52 δραχμές. «Όντως είχες 52 δραχμές;», τον ρώτησαν. «52 δραχμές», απάντησε.
Έφτασε στον Σταθμό Λαρίσης φορτωμένος με βαλίτσες που η μητέρα του είχε γεμίσει με όσα θεωρούσε απαραίτητα για το παιδί της που έφευγε από το σπίτι. Ανάμεσά τους, φυσικά, και φαγητά. Δεν γνώριζε πόσο κόστιζε το ταξί και δεν ήθελε να ρισκάρει να ξοδέψει τα ελάχιστα χρήματά του πριν συναντήσει τους ανθρώπους που τον είχαν καλέσει στην Αθήνα για δουλειά. Έτσι ξεκίνησε με τα πόδια για την Κυψέλη. Μόνο που οι βαλίτσες ήταν τόσο βαριές, ώστε δεν μπορούσε να τις κουβαλήσει μαζί.
Άφηνε τη μία πιο μπροστά, επέστρεφε πίσω για τη δεύτερη, ξαναπροχωρούσε. Μια παράξενη σκυταλοδρομία μέσα στους δρόμους της Αθήνας που, όπως υπολόγισε ο ίδιος, μπορεί να κράτησε δύο ή τρεις ώρες. Το εντυπωσιακό είναι πως σήμερα δεν θυμάται εκείνη την εικόνα με πίκρα. «Αυτά δεν τα έχω ούτε τότε με στεναχώρια μέσα μου. Τα έχω σαν μέρος μιας διαδρομής», είπε.
Κάπου εκεί η αφήγηση άρχισε να ξεφεύγει από μια απλή ανάμνηση της νιότης του και να αποκαλύπτει πολλά περισσότερα για τον ίδιο. Ο Λάκης Λαζόπουλος εξήγησε πως από πολύ μικρός είχε βρει έναν τρόπο να αντέχει τις δύσκολες στιγμές. Έβαζε τον εαυτό του μέσα σε έναν ρόλο. «Πάντα νομίζω ότι γυρνάω, παίζω σε μια ταινία. Από την αρχή στη ζωή μου παίζω σε μια ταινία», είπε. Το έκανε ακόμη και μέσα στο σπίτι του στη Λάρισα.
Μίλησε για τους καβγάδες των γονιών του και για μια εικόνα που ως παιδί είχε μάθει να αναγνωρίζει πριν ακόμη συμβεί. Όταν ο πατέρας του νευρίαζε τόσο ώστε να αναποδογυρίσει το τραπέζι, ο μικρός Λάκης ήξερε τι ακολουθούσε μόλις έβλεπε τα χέρια του να κατεβαίνουν κάτω από αυτό. «Από την ώρα που τα χέρια πήγαιναν κάτω από το τραπέζι, ήξερα ότι θα μας έρθουν τα πιάτα όλα, θα φύγουν».
Και τότε έκανε μέσα στο μυαλό του κάτι που, όπως φαίνεται, έμελλε να καθορίσει ολόκληρη τη ζωή και την τέχνη του. «Αμέσως γκρέμιζα έναν τοίχο από την κουζίνα και έβλεπα ότι μας βλέπουν στη σκηνή και ότι αυτό είναι μια σκηνή θεάτρου και τώρα θα γελάσουν». Έπαιρνε δηλαδή αυτό που συνέβαινε μπροστά του και το κοίταζε σαν θεατής. Έβγαζε νοητά έναν τοίχο από το σπίτι και πίσω του τοποθετούσε ένα κοινό. Η σκηνή παρέμενε η ίδια. Για εκείνον όμως γινόταν πλέον θέατρο.
«Η ίδια δραματική σκηνή, αν γκρεμίσεις έναν τοίχο, μπορεί να γίνει κωμωδία για τους άλλους. Και ό,τι γίνεται κωμωδία για τους άλλους, αναγκαστικά γίνεται κωμωδία και για σένα». Όταν ρωτήθηκε πόσες φορές χρειάστηκε στη ζωή του να «γκρεμίσει αυτόν τον τοίχο», η απάντησή του ήταν αφοπλιστική. «Πολλές φορές». Και όταν η ερώτηση έγινε ακόμη πιο δύσκολη, αν υπήρξε κάποια στιγμή που ο τοίχος ήταν πολύ μεγάλος για να πέσει, ο Λάκης Λαζόπουλος δεν δίστασε. «Τα γκρεμίζω όλα. Όταν έχεις δύναμη εσωτερική, μπορείς να γκρεμίσεις τα πάντα».
Υπάρχουν όμως, όπως παραδέχθηκε, πράγματα που δεν μεταφέρονται στη σκηνή. Τα πραγματικά βαριά, τα πραγματικά στενάχωρα, προτιμά να τα περνά μόνος του. «Το κοινό έχει δικά του βάσανα, δεν χρειάζεται και τα δικά μου. Δεν είναι ο ρόλος μου να πάω να τον στεναχωρήσω».
Σε αυτή τη φράση ίσως βρίσκεται και ένα μεγάλο κομμάτι της σχέσης του με την κωμωδία. Για τον Λαρισαίο καλλιτέχνη, πίσω από τους μεγάλους κωμικούς υπήρχε πάντοτε βαθιά συγκίνηση. Αναφέρθηκε στον Ορέστη Μακρή, στον Βασίλη Λογοθετίδη και στον Θανάση Βέγγο, επιμένοντας πως η κωμωδία αποκτά δύναμη ακριβώς επειδή κάτω από αυτήν υπάρχει αληθινό συναίσθημα.
Στην ίδια συνέντευξη αποκάλυψε ακόμη ότι γράφει ένα νέο βιβλίο, στο οποίο πρόκειται να μιλήσει για ένα γεγονός της ζωής του που μέχρι σήμερα δεν έχει αφηγηθεί ολοκληρωμένα. «Είναι ένα γεγονός που μου συνέβη, που δεν το έχω πει ακριβώς», είπε, προσθέτοντας πως κάποια στιγμή ο φόβος τον έκανε να επιστρέψει στις αναμνήσεις του. Η φράση που χρησιμοποίησε ήταν από τις πιο δυνατές της αφήγησής του. «Πρώτη φορά το παρελθόν μου έγινε μπαστούνι για να ξαναβρώ το σήμερα».
Και κάπως έτσι, η ιστορία ενός νέου που έφτασε από τη Λάρισα στην Αθήνα με 52 δραχμές και βαριές βαλίτσες έγινε η ιστορία ολόκληρης της διαδρομής του. Από τις σακούλες της μάνας του και τους οικογενειακούς καβγάδες μέχρι τη σκηνή, το γράψιμο και το χιούμορ που τον συνόδευσε επί δεκαετίες. Ένα παιδί που, όταν τα πράγματα στο σπίτι δυσκόλευαν, φανταζόταν πως γκρεμίζει έναν τοίχο για να εμφανιστεί απέναντί του ένα κοινό. Χρόνια αργότερα, εκείνο το κοινό υπήρχε στ’ αλήθεια.
Δείτε το βίντεο: