.
.
Το ζήτημα που έχει ανοίξει γύρω από τη λειτουργία του ΚΕΦΙΑΠ ως σχολικής δομής ειδικής αγωγής δεν είναι μια απλή τοπική διαφωνία. Πρόκειται για υπόθεση με σαφείς θεσμικές, διοικητικές και ενδεχομένως ευρωπαϊκές διαστάσεις, που ξεπερνά τα όρια μιας δημοτικής πρωτοβουλίας.
Το ΚΕΦΙΑΠ κατασκευάστηκε με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για συγκεκριμένο σκοπό: την παροχή υπηρεσιών υγείας και αποκατάστασης. Δικαιούχος φορέας ήταν το Υπουργείο Υγείας, το οποίο υπέβαλε τεχνικό φάκελο και έλαβε χρηματοδότηση υπό συγκεκριμένους όρους. Οι κανονισμοί των Διαρθρωτικών Ταμείων — όπως ο Κανονισμός 2052/88, ο Κανονισμός 4253/88 και μεταγενέστερα ο Κανονισμός 1260/1999 — προβλέπουν ρητά ότι τα συγχρηματοδοτούμενα έργα δεσμεύονται ως προς τον χαρακτήρα και τη λειτουργία τους για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με δυνατότητα δημοσιονομικών διορθώσεων σε περίπτωση απόκλισης.
Ωστόσο, παραμένουν κρίσιμα ερωτήματα που μέχρι στιγμής δεν έχουν απαντηθεί δημόσια:
Πότε ολοκληρώθηκε ακριβώς το έργο;
Έχει παρέλθει η περίοδος «μακροχρόνιων υποχρεώσεων» (συνήθως 5–10 έτη);
Υπήρξε επίσημη απένταξη ή τροποποίηση του σκοπού του έργου από τις αρμόδιες αρχές;
Χωρίς σαφείς απαντήσεις στα παραπάνω, δεν μπορεί να διατυπωθεί κατηγορηματικό συμπέρασμα περί παράβασης των ευρωπαϊκών όρων. Μπορεί όμως να διατυπωθεί με βεβαιότητα ότι η αλλαγή χρήσης δεν είναι απλή διοικητική πράξη τοπικού χαρακτήρα.
Και εδώ ανακύπτει το κεντρικό πολιτικό ζήτημα.
Η Δημοτική Αρχή Ανατολικής Σάμου εμφανίζεται να διαχειρίστηκε το θέμα ως υπόθεση τοπικής ευχέρειας, ενώ πρόκειται για ζήτημα κρατικής αρμοδιότητας. Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι απλώς διοικητικής αδυναμίας, αλλά πολιτικής επιλογής: ένα σύνθετο νομικό ζήτημα αντιμετωπίστηκε με όρους ανακοινώσεων και εντυπώσεων, χωρίς να διασφαλιστεί πρώτα η θεσμική του θωράκιση. Η τοπική αυτοδιοίκηση, όμως, δεν έχει αρμοδιότητα να μεταβάλει μονομερώς τον χαρακτήρα μιας κρατικής υγειονομικής δομής.
Παράλληλα, σοβαρά ερωτήματα γεννά και η στάση της διοίκησης του Νοσοκομείου. Η λειτουργία εκπαιδευτικής δομής εντός υγειονομικού χώρου, χωρίς σαφή και δημόσια τεκμηριωμένη νομική κάλυψη, δεν μπορεί να θεωρείται τυπική λεπτομέρεια. Η διοίκηση όφειλε να γνωρίζει το καθεστώς χρηματοδότησης, τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις και τις πολεοδομικές παραμέτρους του ακινήτου. Αν γνώριζε και δεν παρενέβη, τίθεται ζήτημα ευθύνης. Αν δεν γνώριζε, το ζήτημα είναι ακόμη σοβαρότερο.
Η ίδρυση και λειτουργία ΣΜΕΑΕ αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργείο Παιδείας. Οποιαδήποτε μεταβολή χρήσης προϋποθέτει κεντρική κρατική απόφαση και ενδεχομένως ειδική νομοθετική ρύθμιση. Δεν μπορεί να εδράζεται σε παρατεταμένη διοικητική «γκρίζα ζώνη».
Στο κάδρο προστίθεται και το πολεοδομικό σκέλος. Οι εγκαταστάσεις βρίσκονται εκτός σχεδίου και εκτός οικισμού, ενώ η έκταση εμφανίζεται στον αναρτημένο δασικό χάρτη ως δασική. Αν δεν υφίστανται πράξεις χαρακτηρισμού ή νόμιμες εξαιρέσεις για δημόσιο έργο, τότε το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη χρήση, αλλά και τη βάση νομιμότητας της ανέγερσης.
Η υπόθεση δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι θεσμική δοκιμασία. Και όσο η Δημοτική Αρχή επιμένει σε πολιτική διαχείριση αντί θεσμικής λύσης, και όσο η διοίκηση του Νοσοκομείου δεν ξεκαθαρίζει πλήρως το νομικό καθεστώς της δομής, η εκκρεμότητα παραμένει.
Στο μεταξύ, τα παιδιά και οι οικογένειές τους εξακολουθούν να ζητούν το αυτονόητο: μια σταθερή, νόμιμη και αξιοπρεπή εκπαιδευτική δομή. Το ερώτημα δεν είναι αν χρειάζεται ειδικό σχολείο. Είναι αν η λύση θα είναι νομικά θωρακισμένη ή πρόχειρα διαχειρισμένη.
Η ευθύνη δεν είναι αόριστη. Είναι συγκεκριμένη, θεσμική και απολύτως εντοπίσιμη.
Γιάννης Νέγρης