Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Submitted by aegeo on
kasidiaris

Το ζήτημα που ανοίγει με την αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη είναι ευρύτερο από το αν ο ίδιος θα μπορέσει να είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές. Είναι ένα τεστ για τα όρια της δημοκρατικής αυτοπροστασίας.

Από τη μία πλευρά, η Πολιτεία έχει ήδη θεσπίσει αυστηρότερο πλαίσιο, ακριβώς επειδή η εμπειρία της Χρυσής Αυγής έδειξε ότι ένας πολιτικός σχηματισμός μπορεί να χρησιμοποιήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς και την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, ενώ η Δικαιοσύνη έχει κρίνει ότι πίσω από τον κομματικό μανδύα λειτουργούσε εγκληματική οργάνωση.

Από την άλλη, όμως, υπάρχει μια κρίσιμη θεσμική αρχή: οι πολιτικές απαγορεύσεις δεν μπορούν να διευρύνονται ερμηνευτικά πέρα από τα όρια που θέτει ο νόμος. Η δημοκρατία προστατεύεται όχι μόνο αποκλείοντας όσους έχουν καταδικαστεί για βαριά εγκλήματα, αλλά και εφαρμόζοντας με ακρίβεια τους κανόνες που η ίδια έχει θεσπίσει.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της σημερινής αντιπαράθεσης μεταξύ των συνταγματολόγων. Δεν διαφωνούν απλώς για το πολιτικό μέλλον ενός προσώπου. Διαφωνούν για το ποια χρονική στιγμή ενεργοποιείται και πότε παύει ένα εκλογικό κώλυμα, αλλά και για το αν η απαγόρευση αφορά μόνο την τυπική υποψηφιότητα ή μπορεί να επεκταθεί στην πραγματική πολιτική ηγεσία ενός κόμματος.

Το ενδιαφέρον, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στο τι θα κάνει ο Κασιδιάρης. Βρίσκεται στο τι θα θεωρήσει η Πολιτεία πολιτική δραστηριότητα, τι θα θεωρήσει πραγματική ηγεσία ενός κόμματος και ποιος θα έχει τον τελικό λόγο.

Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή το ελληνικό εκλογικό σύστημα έχει ήδη περάσει από την εμπειρία των «Σπαρτιατών». Η περίπτωση εκείνη έδειξε ότι η τυπική εικόνα ενός κόμματος δεν είναι κατ’ ανάγκη αρκετή. Το κρίσιμο μπορεί να είναι ποιος πραγματικά το καθοδηγεί, ποιος λαμβάνει τις αποφάσεις και αν ο σχηματισμός υπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Έτσι, η επιστροφή Κασιδιάρη δεν είναι απλώς μια ακόμη πολιτική είδηση. Είναι μια δοκιμασία για το κατά πόσο το ελληνικό θεσμικό σύστημα μπορεί να αντιμετωπίσει έναν καταδικασμένο για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης χωρίς ούτε να αφήσει «παράθυρα» για την επαναφορά του μέσω άλλου πολιτικού σχήματος ούτε να υπερβεί τα συνταγματικά και νομοθετικά όρια.

Το τελικό αποτέλεσμα, άλλωστε, δεν θα κριθεί από τις δηλώσεις ούτε του ίδιου ούτε των πολιτικών του αντιπάλων. Θα κριθεί από την εφαρμογή του νόμου και, όπου απαιτηθεί, από τα αρμόδια δικαστικά όργανα.

Και εκεί βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη παράμετρος της υπόθεσης: όχι αν η Δημοκρατία φοβάται την επιστροφή ενός προσώπου, αλλά αν έχει θεσμικά θωρακιστεί ώστε να την αντιμετωπίσει με κανόνες και όχι με πολιτικές απαγορεύσεις.

Το πραγματικό στοίχημα είναι πέρα από τον Κασιδιάρη

Πέρα όμως από το καθαρά νομικό σκέλος της υπόθεσης, υπάρχει και μία τρίτη διάσταση, ίσως η σημαντικότερη σε πολιτικό επίπεδο. Το μείζον ζήτημα δεν είναι μόνο αν και πότε ο Ηλίας Κασιδιάρης θα μπορέσει να επιστρέψει στην εκλογική διαδικασία, αλλά γιατί εξακολουθούν να βρίσκουν απήχηση στην κοινωνία οι ακραίες και ακροδεξιές αντιλήψεις και τι κάνει το πολιτικό σύστημα για να αντιμετωπίσει τα αίτια που τις τροφοδοτούν.

Το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μία περίοδο κατά την οποία, σε ολόκληρη την Ευρώπη, ακροδεξιά κόμματα και σχηματισμοί καταγράφουν σημαντικές εκλογικές επιδόσεις. Η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να περιορίζεται στην αναζήτηση νομικών εμποδίων για τη συμμετοχή συγκεκριμένων προσώπων στις εκλογές. Η δημοκρατία μπορεί και οφείλει να προστατεύεται θεσμικά, αλλά ταυτόχρονα το πολιτικό σύστημα πρέπει να αναζητά τις κοινωνικές και πολιτικές αιτίες που οδηγούν ένα μέρος των πολιτών προς ακραίες επιλογές.

Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η πολιτική ευθύνη των κυβερνώντων αλλά και συνολικά του κομματικού συστήματος. Η αντιμετώπιση της ακροδεξιάς δεν μπορεί να εξαντλείται στην καταγγελία της ή στην επίκληση των δικαστικών αποφάσεων. Απαιτεί πολιτικές που περιορίζουν την κοινωνική δυσαρέσκεια, αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και δίνουν πειστικές απαντήσεις στα προβλήματα που αξιοποιούν οι ακραίες πολιτικές δυνάμεις.

Παράλληλα, υπάρχει και μία εμφανής αντίφαση στην πολιτική στρατηγική του ίδιου του Κασιδιάρη. Από τη μία πλευρά, έχει κατ’ επανάληψη αμφισβητήσει και απαξιώσει τον κοινοβουλευτισμό και το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα. Από την άλλη, επιδιώκει να επιστρέψει μέσα από τους ίδιους δημοκρατικούς θεσμούς, διεκδικώντας την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, αλλά και τα δικαιώματα και τις δυνατότητες που παρέχει η Πολιτεία σε κόμματα και βουλευτές.

Η αντίφαση αυτή αξίζει να αναδειχθεί, όπως αξίζει να υπενθυμίζεται και το ιστορικό της Χρυσής Αυγής και η δικαστική κρίση που χαρακτήρισε την οργάνωση εγκληματική και οδήγησε στην καταδίκη της ηγεσίας της.

Ο θεσμικός έλεγχος στον Άρειο Πάγο

Με τα σημερινά δεδομένα, πάντως, η κυβέρνηση θεωρεί ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο είναι επαρκές και ότι δεν απαιτείται νέα νομοθετική παρέμβαση. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έχει επισημάνει χαρακτηριστικά ότι «ό,τι μπορούσαμε να το κάνουμε, το κάναμε νομοθετικά».

Έτσι, το επόμενο κρίσιμο στάδιο μεταφέρεται από το πολιτικό πεδίο στο θεσμικό. Όταν προκηρυχθούν οι εθνικές εκλογές, το αρμόδιο τμήμα του Αρείου Πάγου θα κληθεί να εφαρμόσει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και να κρίνει τη συμμετοχή των κομμάτων και των εκλογικών συνδυασμών.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα από τη σημερινή συζήτηση: η επιστροφή ενός καταδικασμένου για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης προσώπου στην κοινωνία δεν συνεπάγεται αυτομάτως και επιστροφή του στην πολιτική ζωή μέσω των εκλογών. Το εάν και με ποιους όρους μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο δεν θα κριθεί από τις πολιτικές δηλώσεις, αλλά από το Σύνταγμα, την εκλογική νομοθεσία και τη νομολογία των αρμόδιων δικαστηρίων.

Το πολιτικό σύστημα, ωστόσο, έχει μπροστά του ένα διαφορετικό και πολύ δυσκολότερο ερώτημα: όχι μόνο πώς θα εμποδίσει την επιστροφή της Χρυσής Αυγής με διαφορετικό όνομα, αλλά πώς θα περιορίσει την κοινωνική απήχηση των ιδεών που την ανέδειξαν.