.
.
Από τον καταιγισμό πληροφορίας και την πολιτική ρητορική μέχρι την άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης και το μοντέλο των συνδρομών, η συζήτηση της Ξένια Κουναλάκη με τον Stephen Dunbar-Johnson ανέδειξε πώς η σύγχρονη δημοσιογραφία καλείται να επιλέξει τι αξίζει να ειπωθεί και να διατηρήσει την αξιοπιστία της.
Γράφει η Ιόλη Βάρτσου
Δεν έχεις συχνά την ευκαιρία να ακούσεις από κοντά έναν άνθρωπο με το gravitas και τη διαδρομή του Stephen Dunbar - Johnson. Πόσο μάλλον στην Αθήνα. Και σίγουρα δεν είναι κάτι που προσπερνάς εύκολα, ειδικά όταν μιλάμε για τον Πρόεδρο ενός οργανισμού όπως οι “ New York Times,” ένας από τους πιο επιδραστικούς δημοσιογραφικούς θεσμούς παγκοσμίως.
Πήγα σχεδόν ενστικτωδώς. Και άξιζε ακόμη περισσότερο απ’ όσο περίμενα.
Αφορμή ήταν η πρωτοβουλία του Athens Democracy Forum, το οποίο έθεσε στο επίκεντρο ένα ερώτημα που ακούγεται σχεδόν ουτοπικό, αλλά μοιάζει πιο επίκαιρο από ποτέ:
«Μπορεί η δημοσιογραφία να σώσει τη δημοκρατία;»
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 23 Απριλίου στο νέο Conrad / Ilisian Hotel, ευρέως γνωστό ως «το παλιό Hilton». Σε ένα κατάμεστο χώρο στον πρώτο όροφο, η έμπειρη δημοσιογράφος της Καθημερινής, Ξένια Κουναλάκη και ο Stephen Dunbar - Johnson ξεκίνησαν μια κουβέντα που δεν προσπάθησε να εντυπωσιάσει με βαρύγδουπες δηλώσεις, αλλά να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
Γιατί πριν φτάσουμε στο αν η δημοσιογραφία έχει τη δύναμη να «σώσει» την δημοκρατία ή όχι», έπρεπε να διασαφηνιστεί κάτι πιο βασικό :
Τι είναι τελικά η δημοσιογραφία σήμερα.
Η απάντηση, σύμφωνα με τον κο. Dunbar Johnson ήταν σχεδόν πεισματικά απλή.
Να αναζητάς την αλήθεια. Να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις. Να ακολουθείς τα γεγονότα ακόμα κι όταν δεν σε βολεύουν. Να περιγράφεις τον κόσμο όπως είναι, όχι όπως θα ήθελες να είναι. Και ίσως πάνω απ’ όλα, να έχεις την ψυχραιμία, αλλά και το θάρρος να παίρνεις μια «βολική» ιστορία και να την περιπλέκεις με αλήθειες που δεν αρέσουν.
Σε μια εποχή όπου όλοι έχουν φωνή και πλατφόρμα, η συζήτηση δεν άργησε να μετατοπιστεί στα λεγόμενα “personal brands”. Δημοσιογράφοι που χτίζουν δικά τους κοινά μέσω podcasts, vidcasts, newsletters.
Είναι αυτό δημοσιογραφία; Όχι απαραίτητα. Είναι άποψη. Και αυτή η διάκριση δεν είναι λεπτομέρεια, είναι θεμέλιο.
Γιατί η δημοσιογραφία, όπως περιγράφηκε, δεν είναι ατομική έκφραση. Είναι διαδικασία. Έχει έλεγχο, επιμέλεια, αντίλογο. Δεν είναι one - man show.
Από εκεί και πέρα, η κουβέντα άρχισε να αγγίζει το πιο δύσκολο σημείο της εποχής μας: τον όγκο της πληροφορίας. Δεν ζούμε σε εποχή έλλειψης ειδήσεων, αλλά υπερπαραγωγής αυτών.
Trump. Καθημερινός καταιγισμός δηλώσεων.
Βενεζουέλα, Maduro, Trump.
Γροιλανδία. Η ιδέα να “αγοραστεί” μια χώρα.
Ιράν. Ένταση, σύγκρουση, αντικρουόμενες αφηγήσεις.
Το ένα μετά το άλλο. Χωρίς παύση.
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το πιο κρίσιμο εργαλείο δεν είναι η ταχύτητα, αλλά η επιλογή. Το τι θα καλύψεις και κυρίως το τι θα αφήσεις απ΄έξω. Η εμπειρία της περιόδου Trump αξιοποιήθηκε ως παράδειγμα. Όχι τόσο για το πολιτικό της βάρος, όσο για το δημοσιογραφικό μάθημα που άφησε πίσω της. Ότι ο θόρυβος μπορεί να γίνει στρατηγική. Και ότι αν τον ακολουθείς συνεχώς, χάνεις τον έλεγχο της ουσίας. Το ζητούμενο είναι να παραμένεις συγκεντρωμένος σε αυτό που πραγματικά έχει σημασία για τον αναγνώστη.
Η τεχνητή νοημοσύνη ήρθε να περιπλέξει ακόμη περισσότερο το τοπίο. Από τη μία, θέτει σοβαρά ζητήματα για την αξία του περιεχομένου και την αποζημίωση των δημιουργών. Από την άλλη, προσφέρει εργαλεία που μπορούν να επιταχύνουν σημαντικά την έρευνα και την παραγωγή. Η στάση που αποτυπώθηκε ήταν διττή: ναι, είναι πρόκληση· ναι, είναι και ευκαιρία. Αρκεί να μη χαθεί το βασικό: η ανθρώπινη κρίση.
Και από εκεί, σχεδόν φυσικά, η συζήτηση πέρασε στο πιο γήινο αλλά καθοριστικό ερώτημα: ποιος πληρώνει για τη δημοσιογραφία. Η απάντηση που δόθηκε ήταν ξεκάθαρη. Όλο και περισσότερο, οι ίδιοι οι αναγνώστες. Το μοντέλο των συνδρομών δεν παρουσιάστηκε ως απλή επιχειρηματική επιλογή, αλλά ως εργαλείο ανεξαρτησίας. Το παράδειγμα των The New York Times είναι ενδεικτικό. Όταν η βασική σου πηγή εσόδων είναι το κοινό σου, αλλάζει ριζικά η ισορροπία. Μειώνεται η εξάρτηση από διαφημιζόμενους και, κατ’ επέκταση, η πίεση που μπορεί να ασκηθεί στο περιεχόμενο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαφήμιση εξαφανίζεται. Αλλά παύει να είναι ο βασικός μοχλός επιβίωσης. Και αυτό, όπως τονίστηκε, ενισχύει την ελευθερία του μέσου. Παράδοξα, το καθιστά πιο ελκυστικό στους διαφημιζόμενους, ακριβώς επειδή απευθύνεται σε ένα πιο αφοσιωμένο και ενεργό κοινό. Το σημαντικό όμως είναι αλλού: δημιουργεί τις προϋποθέσεις για δημοσιογραφία που δεν καθοδηγείται από τον αλγόριθμο της προσοχής.

Και έτσι, σχεδόν αθόρυβα, η συζήτηση επέστρεψε στο αρχικό της ερώτημα.
Μπορεί η δημοσιογραφία να σώσει τη δημοκρατία;
Η απάντηση δεν ήταν ούτε ηρωική ούτε απαισιόδοξη. Ήταν ρεαλιστική. Η δημοσιογραφία είναι απαραίτητη συνθήκη, αλλά όχι επαρκής. Είναι ένας από τους πυλώνες της δημοκρατίας, όχι ο μοναδικός. Χωρίς αυτήν, το σύστημα δεν στέκεται. Αλλά από μόνη της δεν αρκεί για να το διασώσει.
Το πιο ενδιαφέρον, όμως, ήρθε στο τέλος, όταν άνοιξε η συζήτηση στο κοινό. Εκεί όπου οι θεωρητικές γραμμές δοκιμάζονται. Οι ερωτήσεις δεν ήταν απλές. Άγγιξαν την ουσία της επιρροής των media, το κατά πόσο η συνεχής κάλυψη ενός θέματος μπορεί να διαμορφώσει αντίληψη, το πώς διατηρείται η αντικειμενικότητα σε ένα περιβάλλον πόλωσης, το πώς μπορεί να επιβιώσει οικονομικά η δημοσιογραφία χωρίς να χάσει την ανεξαρτησία της. Δεν δόθηκαν απόλυτες απαντήσεις. Αυτό που φάνηκε, όμως, ήταν ότι όλα καταλήγουν στην ίδια λέξη: κρίση. Στην κρίση των δημοσιογράφων, των συντακτών, των οργανισμών. Στην ικανότητά τους να αποφασίζουν τι έχει σημασία και τι όχι.
Φεύγοντας, έμεινα με την αίσθηση ότι η αρχική ερώτηση ίσως ήταν λίγο λάθος διατυπωμένη. Όχι γιατί δεν είναι σημαντική, αλλά γιατί οδηγεί σε μια υπερβολική προσδοκία. Ίσως η σωστή ερώτηση δεν είναι αν η δημοσιογραφία μπορεί να σώσει τη δημοκρατία αλλά εάν η δημοκρατία μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτήν.
Και εκεί, η απάντηση μοιάζει πολύ πιο ξεκάθαρη.
πηγή:eirinika.gr