.
.
Η υπόσχεση ότι η καταστολή της μετανάστευσης θωρακίζει την εγχώρια οικονομία καταρρέει κάτω από το βάρος των πραγματικών δεδομένων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εφαρμογή της σκληρής γραμμής του Ντόναλντ Τραμπ οδηγεί σε μια πρωτοφανή συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού, αποδιοργανώνοντας την παραγωγή και απειλώντας τη δημοσιονομική ισορροπία. Η εξέλιξη αυτή συνιστά ένα ηχηρό για τα καθ’ ημάς, όπου ο υπουργός της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, Θάνος Πλεύρης, επιχειρεί συστηματικά να προβάλει τον τραμπισμό ως υπόδειγμα άσκησης κυβερνητικής πολιτικής.
Ιστορική ανατροπή στον παραγωγικό ιστό
Σύμφωνα με την Washington Post, για πρώτη φορά μετά από έναν αιώνα, η αμερικανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εσκεμμένη μείωση του παραγωγικού της πληθυσμού. Ο Ντόναλντ Τραμπ οδεύει να γίνει ο πρώτος πρόεδρος από την εποχή του Αβραάμ Λίνκολν –όταν ο Αμερικανικός Εμφύλιος είχε αφαιρέσει εκατομμύρια εργαζομένους από την αγορά– που θα παραδώσει μικρότερο εργατικό δυναμικό από εκείνο που παρέλαβε. Από την αρχή της δεύτερης θητείας του, ο αριθμός των ατόμων που εργάζονται ή αναζητούν εργασία μειώθηκε κατά 1,6 εκατομμύριο, ως άμεσο αποτέλεσμα των αυστηρών μεταναστευτικών περιορισμών.
Η συνθήκη αυτή συνιστά πλήρη παρέκκλιση από την ιστορική τάση των ΗΠΑ. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, η επέκταση της αγοράς εργασίας υπήρξε σταθερή, τροφοδοτούμενη από τη δημογραφική αύξηση, τη μαζική είσοδο των γυναικών στην παραγωγή και το θεσμικό πλαίσιο μετάναστευσης του 1965. Ακόμη και σε περιόδους συντηρητικών κυβερνήσεων, όπως επί Ρόναλντ Ρήγκαν, το εργατικό δυναμικό αυξήθηκε κατά 6,7 εκατομμύρια στην πρώτη θητεία και κατά 8,7 εκατομμύρια στη δεύτερη, ενώ ανάλογη πορεία καταγράφηκε και επί Μπιλ Κλίντον.
Όταν η υπογεννητικότητα άρχισε να περιορίζει τη φυσική ανανέωση του εγχώριου πληθυσμού στις αρχές του 2000, η μετανάστευση λειτούργησε ως ο μοναδικός μηχανισμός ισορροπίας. Επί Μπαράκ Ομπάμα, το εργατικό δυναμικό διευρύνθηκε κατά 1,6 εκατομμύριο στην πρώτη θητεία και κατά 3,9 εκατομμύρια στη δεύτερη.
Σήμερα, η έρευνα της Στατιστικής Υπηρεσίας Εργασίας (BLS) για τον Ιούλιο αποτυπώνει την πλήρη ανατροπή αυτής της πορείας, καταγράφοντας μείωση 1,8 εκατομμυρίου εργαζομένων γεννημένων στο εξωτερικό από τον Ιανουάριο του 2025.
Διοικητική αποδόμηση και η διάψευση των προσδοκιών
Η μείωση της προσφοράς εργασίας υπήρξε το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων. Η αμερικανική διοίκηση απαγόρευσε την είσοδο προσφύγων και μεταναστών από 39 χώρες, ανακάλεσε τις άδειες εργασίας για περισσότερα από 500.000 άτομα με ανθρωπιστική άδεια παραμονής και τερμάτισε το καθεστώς προσωρινής προστασίας για 1,7 εκατομμύριο ανθρώπους, κυρίως από την Αϊτή και τη Βενεζουέλα. Παράλληλα, σχεδόν 2 εκατομμύρια μετανάστες εγκατέλειψαν οικειοθελώς τη χώρα κάτω από το βάρος της κρατικής πίεσης.
Στο πεδίο της καταστολής, τέθηκε ως στόχος το 1 εκατομμύριο απελάσεις ετησίως, ενώ η Υπηρεσία Επιβολής Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) κλήθηκε να διενεργεί 3.000 συλλήψεις ημερησίως το 2025. Οι επιχειρήσεις αυτές επικεντρώθηκαν σε χώρους εργασίας, όπως πλυντήρια αυτοκινήτων και καταστήματα οικοδομικών υλικών, στοχεύοντας κατά κανόνα εργαζομένους χωρίς ποινικό μητρώο.
Παρά τις διακηρύξεις ότι η απομάκρυνση των αλλοδαπών θα ωφελούσε τους αυτόχθονες, τα αποτελέσματα υπήρξαν αντίθετα. Το ποσοστό ανεργίας για τους εργαζομένους που έχουν γεννηθεί στις ΗΠΑ αυξήθηκε στο 4,6% τον Ιούλιο από 4,3% τον Ιανουάριο του 2025. Παράλληλα, το ποσοστό συμμετοχής τους στο εργατικό δυναμικό υποχώρησε από το 61,4% στο 61,1%, αποδεικνύοντας ότι η βίαιη αφαίρεση εργατικού δυναμικού δεν δημιουργεί αυτόματα νέες θέσεις εργασίας για τους ντόπιους, αλλά αποδιοργανώνει τη συνολική παραγωγική διαδικασία.
Μακροοικονομικό αδιέξοδο, πληθωρισμός και χρέος
Η βασική αδυναμία της αντιμεταναστευτικής ρητορικής έγκειται στην παράβλεψη του διπλού ρόλου των μεταναστών ως παραγωγών και καταναλωτών. Η απομάκρυνσή τους συρρικνώνει την εγχώρια ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών, περιορίζοντας ταυτόχρονα τα κίνητρα των επιχειρήσεων για επενδύσεις, εκσυγχρονισμό και εκπαίδευση του προσωπικού τους.
Σύμφωνα με δεδομένα του Εθνικού Ιδρύματος για την Αμερικανική Πολιτική (NFAP), περίπου το 40% της συνολικής οικονομικής μεγέθυνσης των ΗΠΑ από το 1948 οφείλεται στην αύξηση της προσφοράς εργασίας. Επιπλέον, την περίοδο 2014-2024, οι μετανάστες κάλυψαν περισσότερες από τις μισές νέες θέσεις εργασίας. Η τεχνητή έλλειψη εργατικών χεριών περιορίζει την παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας, προκαλώντας ελλείψεις στην προσφορά που οδηγούν σε αύξηση των τιμών. Αυτό εγκλωβίζει την Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Federal Reserve) σε μια πολιτική υψηλών επιτοκίων που επιβραδύνει περαιτέρω την ανάπτυξη.
Οι επιπτώσεις εκτείνονται και στη δημοσιονομική διαχείριση. Ανάλυση του NFAP τον Οκτώβριο του 2025 προέβλεπε ότι η διατήρηση των μεταναστευτικών περιορισμών έως το 2035 θα επιβαρύνει το ομοσπονδιακό χρέος κατά 1,7 τρισεκατομμύρια δολάρια, λόγω της μειωμένης παραγωγής και του υψηλότερου κόστους δανεισμού.
Ένας επικίνδυνος οδηγός για την Ελλάδα
Τα ευρήματα από την εφαρμογή του τραμπισμού στην Αμερική αποδεικνύουν ότι οι ακροδεξιές πολιτικές αποτελούν έναν καταστροφικό οδηγό για την οικονομία. Η αντίληψη ότι η ανάπτυξη και η εθνική ασφάλεια επιτυγχάνονται μέσω της περιχαράκωσης, των επαναπροωθήσεων και των μαζικών διώξεων έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τους βασικούς κανόνες της καπιταλιστικής αγοράς.
Όταν ένας υπουργός της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, όπως ο Θάνος Πλεύρης, υιοθετεί και προωθεί την τραμπική λογική ως κεντρικό πυλώνα της κρατικής πολιτικής, σε μια χώρα μάλιστα με οξύ δημογραφικό πρόβλημα και τεράστιες ελλείψεις σε κρίσιμους τομείς της παραγωγής, συνιστά ευθεία απειλή για την οικονομία, υπονομεύοντας τη δημοσιονομική σταθερότητα και τελικά το βιοτικό επίπεδο των πολιτών.
ΠΗΓΗ https://www.koutipandoras.gr/