.
.
Από την ένταση στη Συρία και την αντιπαράθεση με το Ισραήλ, η Άγκυρα φαίνεται να αναζητά έναν διαφορετικό χώρο άσκησης πίεσης. Το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος προσφέρουν, σύμφωνα με αναλυτικές εκτιμήσεις, ένα πεδίο όπου η Τουρκία μπορεί να κινηθεί σταδιακά, χωρίς να χρειάζεται να οδηγηθεί σε μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση υψηλού κόστους.
Η λογική αυτή δεν προϋποθέτει ένα θερμό επεισόδιο. Αντίθετα, βασίζεται σε μικρές και διαδοχικές κινήσεις που επιχειρούν να δημιουργήσουν μια νέα πραγματικότητα στη θάλασσα. Τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα, οι αναφορές σε γκρίζες ζώνες και το υπό προώθηση νομοθετικό πλαίσιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα» εντάσσονται, κατά την ίδια ανάγνωση, σε μια ευρύτερη προσπάθεια ενίσχυσης των τουρκικών διεκδικήσεων.
Το κρίσιμο ζήτημα για την Αθήνα δεν είναι αν οι μονομερείς τουρκικές αποφάσεις παράγουν από μόνες τους διεθνώς αναγνωρισμένα δικαιώματα. Δεν τα παράγουν. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτές οι αποφάσεις θα συνοδευτούν από παρουσία κρατικών υπηρεσιών, ελέγχους ή άλλες πρακτικές που θα επιχειρούν να επιβάλουν στην πράξη όσα η Τουρκία υποστηρίζει μονομερώς σε επίπεδο διακηρύξεων.
Εκεί βρίσκεται και η δυσκολία της ελληνικής αντίδρασης. Μια περιορισμένη τουρκική κίνηση μπορεί να φαίνεται διαχειρίσιμη, όμως η επανάληψη τέτοιων ενεργειών δημιουργεί σωρευτικό αποτέλεσμα. Κάθε νέο βήμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προηγούμενο για το επόμενο, μετατρέποντας σταδιακά μια αμφισβητούμενη θέση σε διοικητική πρακτική.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά σε αυτό το πλαίσιο η Ανατολική Μεσόγειος και ειδικά η περιοχή από τη Ρόδο έως το Καστελλόριζο. Η γεωγραφία της περιοχής την καθιστά κρίσιμη για τις μελλοντικές οριοθετήσεις θαλάσσιων ζωνών και, συνεπώς, ευάλωτη σε κινήσεις που επιχειρούν να επηρεάσουν εκ των προτέρων το πεδίο των διαπραγματεύσεων.
Η Αθήνα διαθέτει ένα ισχυρό νομικό και διπλωματικό επιχείρημα: οι μονομερείς πράξεις δεν μπορούν να δημιουργήσουν δικαιώματα εις βάρος τρίτων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούν να αγνοούνται όταν συνοδεύονται από προσπάθειες εφαρμογής τους στην πράξη. Η εμπειρία των προηγούμενων ελληνοτουρκικών κρίσεων δείχνει ότι η πραγματική δοκιμασία αρχίζει όταν μια πολιτική διακήρυξη μετατρέπεται σε επιχειρησιακή ή διοικητική πρακτική.
Υπό αυτή την έννοια, η μεγαλύτερη απειλή για την Ελλάδα δεν είναι κατ’ ανάγκη η ξαφνική έκρηξη μιας κρίσης. Είναι η σταδιακή μετατόπιση των ορίων του αποδεκτού. Μια σειρά από μικρές κινήσεις, καθεμία από τις οποίες μπορεί να αντιμετωπιστεί μεμονωμένα, μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα κατάσταση συνολικά.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η τουρκική πολιτική θα παραμείνει στο επίπεδο των διακηρύξεων ή αν θα περάσει σε μια πιο συστηματική προσπάθεια εφαρμογής τους στη θάλασσα. Για την Αθήνα, το ζητούμενο είναι να μην επιτρέψει αυτή η μετάβαση να γίνει αθόρυβα. Η έγκαιρη διπλωματική κινητοποίηση, η ενίσχυση των περιφερειακών συνεργασιών και η σαφής αποτροπή οποιασδήποτε προσπάθειας δημιουργίας τετελεσμένων είναι πιθανό να αποδειχθούν σημαντικότερα εργαλεία από μια εκ των υστέρων διαχείριση μιας κρίσης.
Γιατί, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι υποστηρίζει σήμερα η Άγκυρα. Είναι τι θα έχει καταφέρει να κάνει πραγματικότητα αύριο.