.
.
Ένας Κανονισμός που ψηφίστηκε, αλλά δεν απαντά πειστικά στα βασικά ερωτήματα – Οι υπηρεσιακές αντιρρήσεις που δεν παρουσιάστηκαν, οι οικονομικές ασάφειες και η μεγάλη διακριτική ευχέρεια της Περιφέρειας
Με απόφαση της Περιφερειακής Επιτροπής Βορείου Αιγαίου εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία ο νέος Κανονισμός Λειτουργίας του Επικούρειου Πολιτιστικού Κέντρου Σάμου. Η απόφαση 621/2026 ελήφθη στις 28 Ιουλίου, με δύο μέλη της Επιτροπής να καταψηφίζουν. Και μπορεί η διοίκηση να επέλεξε να κλείσει το θέμα με μια ψηφοφορία, όμως το ίδιο το πρακτικό αφήνει σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο ο Αντιπεριφερειάρχης Π.Ε. Σάμου Ελισσαίος Μαυρατζώτης χειρίστηκε την υπόθεση.
Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο ερώτημα είναι απλό: γιατί ζητήθηκε από την Περιφερειακή Επιτροπή να εγκρίνει έναν Κανονισμό ενώ η ίδια η εισήγηση αναφέρει ότι υπήρχαν αντιρρήσεις των εμπλεκόμενων υπηρεσιών της Π.Ε. Σάμου, χωρίς όμως αυτές να παρουσιάζονται αναλυτικά;
Το θέμα τέθηκε ευθέως στη συνεδρίαση από τον Θεόδωρο Βαλσαμίδη. Ο περιφερειακός σύμβουλος χαρακτήρισε την εισήγηση ελλιπή, ακριβώς επειδή οι αντιρρήσεις των υπηρεσιών δεν συνοδεύονταν από την εισήγηση και δεν αναλύονταν. Για τον λόγο αυτό δήλωσε ότι θα καταψηφίσει. Κατά ψήφισε και ο Παντελής Μπουγδάνος.
Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη πολιτική ευθύνη του εισηγητή.
Όταν ένας Αντιπεριφερειάρχης φέρνει προς ψήφιση έναν Κανονισμό που θα καθορίζει για χρόνια τη λειτουργία ενός σημαντικού δημόσιου πολιτιστικού χώρου, δεν αρκεί να αναφέρει ότι «υπήρχαν αντιρρήσεις». Οφείλει να εξηγεί ποιες ήταν, από ποιες υπηρεσίες προέρχονταν, ποια σημεία αφορούσαν, ποιες έγιναν δεκτές και για ποιο λόγο απορρίφθηκαν οι υπόλοιπες.
Διαφορετικά, η Περιφερειακή Επιτροπή καλείται να ψηφίσει περισσότερο πάνω στην εμπιστοσύνη προς την εισήγηση παρά πάνω σε έναν πλήρη και διαφανή φάκελο.
Και το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό επειδή ο Κανονισμός δεν αφορά μια τυπική διοικητική διαδικασία. Αφορά ένα κτίριο περίπου 2.096 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο αποκαταστάθηκε με δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους και προορίζεται να λειτουργεί ως πολιτιστική υποδομή. Προβλέπει αίθουσα εκδηλώσεων έως 280 ατόμων, χώρους εκθέσεων, εργαστήρια, βιβλιοθήκη, αίθουσες σεμιναρίων και άλλες υποδομές.
Κι όμως, ο νέος Κανονισμός αφήνει σημαντικές γκρίζες ζώνες.
Από τη μία πλευρά, διακηρύσσεται ότι το Επικούρειο υπηρετεί αποκλειστικά πολιτιστικούς, εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς σκοπούς. Από την άλλη, προβλέπονται συνέδρια, επαγγελματικές δράσεις και αναφορές σε εταιρικές εκδηλώσεις, ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος Κανονισμός θέτει περιορισμούς σε δραστηριότητες που συνδέονται με οικονομική δραστηριότητα ή παραγωγή εσόδων.
Πού ακριβώς μπαίνει η κόκκινη γραμμή;
Ποια εκδήλωση επιτρέπεται και ποια όχι; Πότε μια επαγγελματική ή εταιρική εκδήλωση θεωρείται πολιτιστική ή κοινωνικά συναφής και πότε θεωρείται οικονομική δραστηριότητα; Ο Κανονισμός θα έπρεπε να δίνει καθαρές απαντήσεις. Αντί γι’ αυτό, αφήνει σημαντικό περιθώριο κρίσης στη διοίκηση.
Ανάλογα ερωτήματα προκύπτουν και από το οικονομικό σκέλος.
Στο κείμενο αναφέρεται ότι οι ετήσιες λειτουργικές και συντηρητικές δαπάνες του Επικούρειου υπολογίζονται περίπου στις 150.000 ευρώ. Παράλληλα, η εξοικονόμηση που προκύπτει από τη στέγαση των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης υπολογίζεται σε περίπου 26.400 ευρώ. Ο Κανονισμός χρησιμοποιεί τη διαφορά αυτή για να υποστηρίξει τη συμβατότητα της συγκεκριμένης χρήσης με το χρηματοδοτικό πλαίσιο.
Όμως πού βρίσκεται η αναλυτική οικονομική τεκμηρίωση;
Πώς υπολογίστηκαν τα 150.000 ευρώ; Πώς προέκυψαν τα 26.400 ευρώ; Ποιο είναι το πραγματικό κόστος της κάθε χρήσης; Ποιο είναι το κόστος που επιβαρύνει τον φορολογούμενο και ποιο όφελος προκύπτει από τις παράλληλες χρήσεις;
Σε ένα έργο που χρηματοδοτήθηκε με δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους, αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι στοιχεία που πρέπει να είναι απολύτως καθαρά.
Προβληματισμό προκαλεί και το γεγονός ότι η παραχώρηση των χώρων χαρακτηρίζεται διακριτική ευχέρεια της Περιφέρειας. Ο Κανονισμός προβλέπει κριτήρια όπως η «σπουδαιότητα» της χρήσης και το «δημόσιο συμφέρον», χωρίς να τα εξειδικεύει με τρόπο που να διασφαλίζει απόλυτα αντικειμενική μεταχείριση.
Και εδώ η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να μετατίθεται αλλού.
Ο Αντιπεριφερειάρχης που εισηγείται τον Κανονισμό έχει την υποχρέωση να παραδώσει ένα κείμενο που να μην αφήνει χώρο για παρερμηνείες και αμφισβητήσεις. Έναν Κανονισμό που να προστατεύει το Επικούρειο, αλλά ταυτόχρονα να προστατεύει και τους πολίτες και τους συλλόγους από αυθαίρετες ή άνισες αποφάσεις.
Η έγκριση ενός Κανονισμού με πλειοψηφία δεν σημαίνει ότι απαντήθηκαν όλα τα ερωτήματα.
Αντιθέτως, η επίσημη καταγραφή της συνεδρίασης δείχνει ότι υπήρξε συγκεκριμένη ένσταση για την πληρότητα της εισήγησης και ότι δύο μέλη ψήφισαν κατά.
Ο κ. Μαυρατζώτης οφείλει πλέον να απαντήσει πολιτικά και δημόσια: Γιατί δεν κατατέθηκαν μαζί με την εισήγηση οι υπηρεσιακές αντιρρήσεις; Ποια ήταν τα σημεία διαφωνίας των υπηρεσιών; Πώς αντιμετωπίστηκαν; Ποια ακριβώς είναι η οικονομική τεκμηρίωση; Και με ποια αντικειμενικά κριτήρια θα αποφασίζεται ποιος θα χρησιμοποιεί το Επικούρειο και ποιος όχι;
Γιατί το Επικούρειο δεν είναι προσωπική περιουσία κανενός αιρετού.
Είναι δημόσια πολιτιστική υποδομή.
Και ακριβώς επειδή είναι δημόσια, η διοίκηση οφείλει να δίνει περισσότερες απαντήσεις και λιγότερες γενικόλογες διαβεβαιώσεις.
Η ψήφιση του Κανονισμού μπορεί να έκλεισε μια διοικητική διαδικασία. Δεν έκλεισε όμως τη δημόσια συζήτηση. Και μετά τα όσα καταγράφηκαν επίσημα στο πρακτικό, η συζήτηση αυτή μόλις τώρα αρχίζει.
ΙΩΑΝΝΗΣ Μ.ΝΕΓΡΗΣ