Οι χαμηλές γεννήσεις, η φυσική μείωση του πληθυσμού και οι μεταναστευτικές ροές διαμορφώνουν ένα σύνθετο πρόβλημα για τη χώρα
Η δημογραφική πορεία της Ελλάδας και η διαχείριση του μεταναστευτικού εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Τα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σταθερή φυσική μείωση του πληθυσμού, την ώρα που οι μεταναστευτικές ροές παραμένουν σημαντικός παράγοντας για τη διαμόρφωση του πληθυσμιακού ισοζυγίου.
Το δημογραφικό πρόβλημα αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στα στοιχεία των γεννήσεων και των θανάτων. Το 2024 καταγράφηκαν 68.467 γεννήσεις στην Ελλάδα, αριθμός μειωμένος κατά 4,2% σε σχέση με το 2023. Την ίδια χρονιά καταγράφηκαν 126.916 θάνατοι. Η διαφορά μεταξύ γεννήσεων και θανάτων ανήλθε έτσι σε -58.449 άτομα, επιβεβαιώνοντας τη μακροχρόνια τάση φυσικής συρρίκνωσης του πληθυσμού.
Η εικόνα δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο. Οι γεννήσεις μειώνονται σταδιακά τα τελευταία χρόνια, ενώ οι θάνατοι παραμένουν σημαντικά περισσότεροι. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει τη σύνθεση του πληθυσμού, την αναλογία εργαζομένων και ηλικιωμένων, αλλά και τις μελλοντικές ανάγκες της οικονομίας, της κοινωνικής ασφάλισης και των υπηρεσιών υγείας.
Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεταναστευτικές πιέσεις, οι οποίες παρουσιάζουν διαφορετική ένταση ανά περίοδο και περιοχή. Ιδιαίτερη κινητικότητα έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια στις θαλάσσιες οδούς, ενώ η Κρήτη βρέθηκε στο επίκεντρο λόγω αυξημένων αφίξεων από τη διαδρομή της Ανατολικής Λιβύης. Η κυβέρνηση έχει θέσει ως προτεραιότητες τον έλεγχο των συνόρων, την καταπολέμηση των δικτύων διακίνησης και την επιστροφή όσων δεν δικαιούνται διεθνή προστασία.
Στο πλαίσιο αυτό, η μεταναστευτική πολιτική δεν περιορίζεται στην αποτροπή παράτυπων εισόδων. Περιλαμβάνει διαδικασίες καταγραφής και ταυτοποίησης, εξέταση αιτημάτων ασύλου, φιλοξενία, εθελούσιες επιστροφές και αναγκαστικές επιστροφές, όταν αυτές προβλέπονται από το ισχύον εθνικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Οι επιστροφές αποτελούν πλέον βασικό στοιχείο της κυβερνητικής πολιτικής. Το 2024 πραγματοποιήθηκαν περίπου 7.000 επιστροφές, ενώ το Υπουργείο Μετανάστευσης έχει δηλώσει ότι επιδιώκει την περαιτέρω εντατικοποίησή τους. Παράλληλα, το 2025 πραγματοποιήθηκαν επιχειρήσεις αναγκαστικού επαναπατρισμού πολιτών τρίτων χωρών των οποίων τα αιτήματα διεθνούς προστασίας είχαν απορριφθεί τελεσίδικα.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένο από τη δημογραφική πραγματικότητα. Η χαμηλή γονιμότητα αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα για την Ελλάδα και συνολικά για την Ευρώπη. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι ο συνολικός δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα το 2024 βρισκόταν σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο, κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών.
Η δημογραφική συρρίκνωση δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για την επόμενη δεκαετία. Από τη μία πλευρά, απαιτούνται πολιτικές που θα ενισχύουν τις οικογένειες, θα μειώνουν το κόστος ανατροφής των παιδιών και θα διευκολύνουν τον συνδυασμό εργασίας και οικογενειακής ζωής. Από την άλλη, η μεταναστευτική πολιτική καλείται να αντιμετωπίσει τις παράτυπες ροές, να επιταχύνει τις διαδικασίες ασύλου και να διασφαλίσει την επιστροφή όσων δεν έχουν δικαίωμα παραμονής.
Η συζήτηση χρειάζεται, επομένως, να βασίζεται σε αριθμούς και όχι σε γενικεύσεις. Η παρουσία αλλοδαπών στην Ελλάδα δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη δημογραφικής «αντικατάστασης», ενώ ούτε μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη μετανάστευση η δημογραφική πίεση που αντιμετωπίζει η χώρα. Το πρόβλημα των γεννήσεων, της γήρανσης και της φυσικής μείωσης του πληθυσμού έχει βαθύτερες κοινωνικές και οικονομικές αιτίες.
Το ζητούμενο για την Ελλάδα είναι μια συνεκτική πολιτική που θα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα τις δύο προκλήσεις: την ενίσχυση της ελληνικής οικογένειας και την αποτελεσματική διαχείριση της μετανάστευσης. Η δημογραφική ανάκαμψη δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μεταναστευτικών πολιτικών, όπως και το μεταναστευτικό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς να ληφθούν υπόψη οι πραγματικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας.