.
.
Ένα διαδικαστικό κενό στα χαρτιά του Εφετείου ήταν αρκετό για να ακυρωθεί ολόκληρη η δίκη και να επιστρέψει μια υπόθεση κληρονομιάς από την αρχή.
Μια πολύχρονη δικαστική διαμάχη για μια διαθήκη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια απρόσμενη ανατροπή, εξαιτίας ενός κανόνα που αφορά τη σωστή λειτουργία της δικαιοσύνης. Η υπόθεση έφτασε στο Εφετείο Αθηνών από δύο αδέλφια που διεκδικούσαν τα κληρονομικά τους δικαιώματα, αμφισβητώντας η μία πλευρά τη γνησιότητα μιας ιδιόγραφης διαθήκης.
Το δικαστήριο, προκειμένου να ερευνήσει την υπόθεση σε βάθος, είχε διατάξει αρχικά τη διενέργεια επίσημης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Μέχρι εκείνο το σημείο η διαδικασία κυλούσε κανονικά. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν οι πραγματογνωμοσύνες ολοκληρώθηκαν και η υπόθεση επέστρεψε στην αίθουσα για να εκδοθεί η τελική απόφαση.
Εκεί ακριβώς εντόπισε το σφάλμα ο Άρειος Πάγος. Όπως προέκυψε από τα επίσημα στοιχεία, η ομάδα των δικαστών που κάθισαν στην έδρα τη δεύτερη φορά ήταν διαφορετική από την αρχική. Και το σημαντικότερο: στα επίσημα έγγραφα δεν υπήρχε καμία εξήγηση για το ποιος λόγος –όπως μια μετάθεση, μια προαγωγή ή μια ασθένεια– ανάγκασε τους δικαστές να αλλάξουν.
Ο νόμος, ωστόσο, ορίζει σαφώς τις προϋποθέσεις για τέτοιες περιπτώσεις. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου, «η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και από την ίδια σύνθεση επί πολυμελούς δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο».
Ο σκοπός αυτής της πρόβλεψης είναι να διασφαλίζεται η συνέχεια στη μελέτη της υπόθεσης από τους ίδιους λειτουργούς της δικαιοσύνης. Η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στα έγγραφα σχετικά με τους λόγους της αλλαγής συνιστά νομική πλημμέλεια.
Ως αποτέλεσμα αυτής της παράλειψης, ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης, ακύρωσε την απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση ώστε να εξεταστεί εκ νέου από διαφορετική σύνθεση δικαστών.
πηγή:dikastiko.gr