.
.
Στη Βουλή φέρνει το ζήτημα της ανεξέλεγκτης διακίνησης νοθευμένων αλκοολούχων ποτών ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης, Κυριάκος Βελόπουλος, καταθέτοντας κοινοβουλευτική ερώτηση προς τους Υπουργούς Υγείας, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Σύμφωνα με όσα επισημαίνονται στην ερώτηση, κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου καταγράφεται έξαρση στη διακίνηση νοθευμένων ποτών, κυρίως ουίσκι, βότκας, τζιν και τεκίλας, τα οποία καταλήγουν σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος δημοφιλών τουριστικών προορισμών.
Ο κ. Βελόπουλος κάνει λόγο για οργανωμένα κυκλώματα εισαγωγής και διακίνησης, σημειώνοντας ότι τα παράνομα εργαστήρια παραγωγής βρίσκονται κυρίως σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, χωρίς όμως να αποκλείεται η ύπαρξη αντίστοιχων εστιών και στην Ελλάδα. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι οι έλεγχοι των αρμόδιων αρχών παραμένουν περιορισμένοι και ανεπαρκείς για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις σοβαρές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η κατανάλωση νοθευμένου αλκοόλ στη δημόσια υγεία. Όπως αναφέρεται, εκτός από συμπτώματα όπως έντονες κεφαλαλγίες, ιλίγγους και γαστρεντερικές διαταραχές, τα νοθευμένα ποτά ενδέχεται να προκαλέσουν μόνιμες βλάβες, όπως τύφλωση, απώλεια μνήμης, προβλήματα συγκέντρωσης, αλλά και σοβαρές βλάβες στο ήπαρ και το ανοσοποιητικό σύστημα.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η παράνομη διακίνηση αλκοολούχων ποτών προκαλεί τεράστια απώλεια φορολογικών εσόδων για το Δημόσιο, καθώς οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης και οι δασμοί αντιστοιχούν σε ποσοστό που ξεπερνά το 80% της τελικής τιμής ενός νόμιμου προϊόντος.
Με την κοινοβουλευτική του παρέμβαση, ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης ζητά από την κυβέρνηση να προχωρήσει άμεσα στην εντατικοποίηση των ελέγχων στα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος των τουριστικών περιοχών, με στόχο την εξάρθρωση των κυκλωμάτων που εισάγουν και διακινούν νοθευμένα ποτά.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία εν μέσω της κορύφωσης της τουριστικής περιόδου, καθώς δεν αφορά μόνο την προστασία της δημόσιας υγείας και των επισκεπτών της χώρας, αλλά και τη διαφύλαξη της αξιοπιστίας του ελληνικού τουριστικού προϊόντος και της εθνικής οικονομίας.