.
.
ε κατάσταση υγειονομικού συναγερμού βρίσκεται η διεθνής κοινότητα μετά την απόφαση που έλαβε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) στις 17 Μαΐου 2026 να κηρύξει το νέο ξέσπασμα του ιού Έμπολα ως Διεθνή Έκτακτη Ανάγκη για τη Δημόσια Υγεία (PHEIC).
Αν και η κατάσταση δεν έχει χαρακτηριστεί πανδημία, οι επιστήμονες παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα την εξέλιξη της νόσου. Η ανησυχία εντείνεται εξαιτίας του γεγονότος ότι πρόκειται για τον σπάνιο τύπο Bundibugyo (BDBV). Σε αντίθεση με τον συνηθισμένο τύπο Zaire (EBOV), για το συγκεκριμένο στέλεχος δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή εγκεκριμένο εμβόλιο ούτε κάποια ειδική θεραπευτική προσέγγιση.
Τα τελευταία στοιχεία και η γεωγραφία της έξαρσης
Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν έως τις 19 Μαΐου, η κατάσταση περιγράφεται ως κρίσιμη, με τους αριθμούς να αποτυπώνουν τη δυναμική της διασποράς. Καταγράφονται περισσότερα από 500 με 600 ύποπτα κρούσματα, την ίδια ώρα που τα πιθανά ανέρχονται σε 105 και τα επιβεβαιωμένα εργαστηριακά σε 34. Η θνησιμότητα για τον συγκεκριμένο τύπο κυμαίνεται στο εφιαλτικό 50% με 70%, έχοντας ήδη κοστίσει τη ζωή σε 134 έως 144 ανθρώπους.
Η βασική εστία της μόλυνσης εντοπίζεται στην επαρχία Ituri στο βορειοανατολικό Κονγκό (DRC), όπου ο ιός Έμπολα έχει ήδη εξαπλωθεί σε 9 ζώνες υγείας, ανάμεσα στις οποίες η Bunia, η Rwampara και το Mongbwalu.
Η κατάσταση ξέφυγε από τα τοπικά σύνορα καθώς δύο επιβεβαιωμένα κρούσματα, εκ των οποίων το ένα κατέληξε, έφτασαν στην Καμπάλα της Ουγκάντα μέσω ταξιδιωτών. Ύποπτα περιστατικά εξετάζονται και στην Kinshasa.
Παράλληλα, ένας Αμερικανός γιατρός που πρόσφερε τις υπηρεσίες του σε ΜΚΟ μολύνθηκε από τον ιό και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στη Γερμανία για εξειδικευμένη νοσηλεία. Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε τις ΗΠΑ να επιβάλουν άμεσα ταξιδιωτικούς περιορισμούς για όσους φτάνουν από το Κονγκό, την Ουγκάντα και το Νότιο Σουδάν.
Το χρονικό της καθυστέρησης και τα εμπόδια
Όλα δείχνουν ότι η επιδημική έκρηξη ξεκίνησε στα τέλη Απριλίου με πρώτο ασθενή έναν υγειονομικό υπάλληλο στην πόλη Bunia. Κι όμως, χρειάστηκαν σχεδόν τρεις εβδομάδες για να γίνει η ακριβής ταυτοποίηση του ιού. Αυτό το κενό επέτρεψε μια αθόρυβη και γρήγορη εξάπλωση στην κοινότητα. Ο ΠΟΥ και το Africa CDC εκφράζουν βαθιά ανησυχία για την ταχύτητα και την κλίμακα της μετάδοσης, ειδικά από τη στιγμή που ο ιός Έμπολα εμφάνισε παρουσία σε πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές.
Σύμφωνα με τα ιατρικά χρονικά, ο ιός Έμπολα διατηρεί μια μέση θνησιμότητα κοντά στο 50%. Οι γνωστοί τύποι του μεταδίδονται αποκλειστικά μέσω της άμεσης επαφής με σωματικά υγρά ασθενών ή θανόντων και όχι μέσω του αέρα, με τις νυχτερίδες να αποτελούν τον κύριο φυσικό ξενιστή στη φύση.