.
.
Η εκλογή Μουσουλμάνου δημάρχου και στη Νέα Υόρκη, μετά το Λονδίνο και αρκετές άλλες μεγάλες Βρετανικές πόλεις, είναι από κάθε άποψη σημαδιακή. Εξελέγη, βεβαίως, με τη σημαία των Δημοκρατικών, που ελέγχουν παραδοσιακά τη Νέα Υόρκη. Δεν προεβλήθη ως εκπρόσωπος των Μουσουλμάνων, που αντιπροσωπεύουν σήμερα ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού της Ν. Υόρκης, αλλά ως μετανάστης Μουσουλμανικής καταγωγής και αριστερός, σοσιαλιστής.
Στο πλευρό του, αμέσως μετά την εκλογή του, ο υιός Σόρος Αλέξανδρος, που χρηματοδότησε γενναιόδωρα την προεκλογική του εκστρατεία ως υποψηφίου του Δημοκρατικού Κόμματος. Στο πλευρό του επίσης οι εκπρόσωποι Ισλαμικών κοινοτήτων και κινημάτων, που είδαν στην πανηγυρική εκλογή του ένα μεγάλο άλμα του Ισλάμ στην Αμερικανική κοινωνία.
Το Ισλάμ στη Δύση, όσο παράδοξο και αντιφατικό και αν φαίνεται, αυτοπροβάλλεται ως κίνημα που ταυτίζεται με τη ριζοσπαστική και δημοκρατική αριστερά, επειδή το μήνυμά του απευθύνεται προς τους φτωχούς, τους μετανάστες και τους καταφρονεμένους. Στην Ευρώπη, ένα τέτοιο φαινόμενο είναι η συμμαχία της άκρας αριστεράς του Μελανσόν με τους Ισλαμιστές, που αντιπαρατάσσονται στον Πρόεδρο Μακρόν και στο Εθνικό κίνημα της Λεπέν.
Η συμμαχία μπορεί να έχει τακτικό χαρακτήρα, εφόσον οι Μουσουλμάνοι αποτελούν μειοψηφία. Το κίνημα όμως Μελανσόν προβάλλει την ιδέα ότι η συνεργασία με τους Μουσουλμάνους της Γαλλίας εκπορεύεται από μιά πολιτική εντάξεως των ξένων σε μια Γαλλική Δημοκρατία, που βασίζεται στο νόμο και στο σύνταγμα και είναι υπεράνω διακρίσεων, με βάση την εθνική ταυτότητα ή τη θρησκεία.
Ανεξάρτητα, προφανώς, από τη δικαιολόγηση αυτή, η αριθμητική των ψήφων λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψιν, γιατί στην προκειμένη περίπτωση του Κινήματος Μελανσόν, το ποσοστό του εκτοξεύεται, με τη συνεργασία με τους Μουσουλμάνους, από το 7% περίπου στο 23%.
Ο στόχος αυτός της ψηφοθηρίας έγινε ένας από τους κύριους λόγους της υποστηρίξεως της παράνομης μαζικής μεταναστεύσεως από τα Εργατικά/Δημοκρατικά κόμματα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Η παράνομη, μαζική λαθρομετανάστευση έχει ευρύτερους λόγους, που συνδέονται με την παγκοσμιοποίηση. Ένας όμως από αυτούς είναι και η δημιουργία και η εκμετάλλευση δεξαμενών ψήφων που ανατρέπουν τα παραδοσιακά δεδομένα, που αναφέρονται στους γηγενείς κατοίκους.
Οι μελετητές του Ισλάμ γνωρίζουν ότι η «τακίγια», η απόκρυψη δηλαδή των πραγματικών προθέσεων, είναι κανόνας και κατευθυντήρια γραμμή του Ισλάμ, πριν την επικράτησή του σε μια κοινωνία ή μια χώρα. Γνωρίζουν επίσης ότι οι κανόνες του Ισλάμ επιτάσσουν την επιβολή της λεγομένης «Σαρία», του νόμου δηλαδή του Ισλάμ, όταν οι Μουσουλμάνοι γίνουν πλειοψηφία. Μπορεί να φαίνεται σουρεαλιστικό, αλλά είναι γεγονός ότι ήδη σε ορισμένες πόλεις της Μ. Βρετανίας, όπου οι Μουσουλμάνοι αποτελούν πλειοψηφία σε ορισμένες συνοικίες, διεκδικούν την επιβολη της Σαρία.
Πιο ενδεικτικές και ανησυχητικές είναι οι πληροφορίες για τον ταχύρυθμο αποχριστιανισμό της Μ. Βρετανίας, με μετατροπή εκατοντάδων εκκλησιών σε τζαμιά. Σε μικρότερη κλίμακα, παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Αντιθέτως, σε όλη την Ευρώπη παρατηρείται αλματώδης αύξηση των Μουσουλμάνων, που αποτελούν τον κύριο όγκο των λαθρομεταναστών.
Πολλοί έχουν την εντύπωση ότι η θεαματική αύξηση των ξένων μεταναστών σε χώρες που είχαν προηγουμένως αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες, όπως η Μ. Βρετανία, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, οφείλεται κυρίως στο γεγονός αυτό. Είναι μια λανθασμένη εντύπωση. Για όσους ταξίδεψαν στις χώρες αυτές, πριν τη δεκαετία του 90, η κατάσταση ήταν εντελώς διαφορετική και το νομικό πλαίσιο πολύ αυστηρό για την παράνομη μετανάστευση.
Είχε αρχίσει, βεβαίως, η μετάκληση ξένων εργατών, αλλά αυτή γινόταν με διακρατικές συμφωνίες και οι εργαζόμενοι έπαιρναν μόνο πράσινη κάρτα εργασίας και διαμονής. Υπήρχε και τότε παράνομη μετανάστευση, αλλά ήταν εντελώς περιθωριακή.
Η μεγάλη αλλαγή σηματοδοτήθηκε από τη στροφή των ΗΠΑ στην πολιτική της παγκοσμιοποίησης στη δεκαετία του 90, επί Προεδρίας Κλίντον. Ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος διεκήρυξε την πολιτική της παγκοσμιοποίησης, η οποία παρουσιάσθηκε επιτηδείως ως παράλληλη της μονοκρατορίας των ΗΠΑ, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Τι σημαίνει παγκοσμιοποίηση; Δεν υπονοείται, βεβαίως, η τεχνική παγκοσμιοποίηση, που παραπέμπει στις νέες τεχνολογικές δυνατότητες και στην τεχνολογική ενοποίηση του κόσμου. Παραπέμπει στη φιλοδοξία της δημιουργίας μιας ενιαίας παγκόσμιας αγοράς ως πρότυπο της οποίας υπολαμβάνεται η χρηματιστική οικονομία. Μια ενιαία αγορά αναφέρεται, προφανώς, στην ελευθερία κινήσεως, σε παγκόσμιο επίπεδο, των τριών βασικών παραγόντων που συνιστούν μια αγορά: τα κεφάλαια, τα προϊόντα, το εργατικό δυναμικό.
Στο πλαίσιο αυτό, σχεδιάζονται πολιτικές για τη σταδιακή προώθηση αυτών των στόχων: ελεύθερο εμπόριο και ελεύθερες εμπορικές ζώνες, περιορισμός μέχρι καταργήσεως των δασμών, προώθηση της κινητικότητας του εργατικού δυναμικού και αλλαγή των υπαρχόντων κανόνων και νομικών πλαισίων.
Η παγκοσμιοποίηση αντιμετωπίσθηκε αρχικά με επιφύλαξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που επιζητούσε, βήμα-βήμα, την οικονομική της ενοποίηση ως προϋπόθεση για την πολιτική της ενοποίηση. Στη συνέχεια όμως, με πρωταγωνιστές τη Μ. Βρετανία και τη Γερμανία, την εναγκαλίσθηκε και την κατέστησε σημαία της, παρά το γεγονός ότι, λογικά, η παγκοσμιοποίηση έρχεται σε αντίφαση με τη Ευρωπαϊκή οικονομική και πολιτική ενοποίηση.
Η Γερμανία είδε στην παγκοσμιοποίηση την ελεύθερη προώθηση των βιομηχανικών της προϊόντων στην παγκόσμια αγορά, χωρίς να φαλκιδεύεται η δυνατότητά της αυτή από τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια άλλη μεγάλη χώρα, η Κίνα, είδε επίσης μια μεγάλη ευκαιρία στην παγκοσμιοποίηση, την οποία εκμεταλλεύθηκε. Η Γερμανία και η Κίνα είναι οι δύο χώρες που επωφελήθηκαν περισσότερο από την παγκοσμιοποίηση.
Συνέβη τελικά το ίδιο και για τις ΗΠΑ, που ήταν ο πρωταγωνιστής στη σύλληψη και επιβολή της πολιτικής αυτής; Η απάντηση είναι, μάλλον, αρνητική, αν κρίνει κανείς από τα οικονομικά αλλά και τα πολιτικά αποτελέσματά της.
Οι ΗΠΑ έφτασαν να καταμετρούν κάθε χρόνο ένα εμπορικό έλλειμμα της τάξεως των 2 τρις. δολλαρίων. Αυτό το ποσό δεν μπορούν να το αντέξουν, για μεγάλο διάστημα, ούτε οι ΗΠΑ, που έχουν το γνωστό πλεονέκτημα με το δολλάριο. Η πολιτική απάντηση ήρθε με την εκλογή Τραμπ και τον πόλεμο των δασμών.
Τι έγινε στην Ελλάδα; Κυβερνητικοί εκπρόσωποι της Ελλάδος επί Προέδρου Κλίντον ήταν τότε ο Κώστας Σημίτης και ο Γιώργος Παπανδρέου. Δέχθηκαν μ’ ενθουσιασμό την πολιτική Κλίντον και ανέλαβαν, μεταξύ άλλων, να λειτουργήσουν για λογαριασμό του και ως «πρωτοπορεία» στην Ευρώπη. Επί Ελληνικής Προεδρίας, το 2003, με Πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη, έγινε η μετατροπή της μεταναστεύσεως από εθνική σε Ευρωπαϊκή αρμοδιότητα και εισήχθησαν οι πρώτες Ευρωπαϊκές Οδηγίες «περί μονίμως διαμενόντων μεταναστώ» και περί «οικογενειακής επανενώσεως». Στη συνέχεια, θεσπίσθηκε και η Οδηγία «περί μη επαναπροωθήσεως των αιτούντων άσυλο», των ανοικτών δηλαδή συνόρων.
Η πολιτική αυτή άνοιξε διάπλατα τις πόρτες στη μαζική παράνομη μετανάστευση, γιατί συμβάδισε με την πλήρη αλλαγή του νομικού πλαισίου και με τον ανομολόγητο στόχο των Βρυξελλών να υπονομεύσουν, μεσ’ απ’ αυτήν, την εθνική ταυτότητα και συνοχή των χωρών-μελών και να προωθήσουν έναν κοινό δήθεν Ευρωπαϊκό λαό, που δεν υπάρχει, ως το πολιτικό υποκείμενο μιας ενωμένης Ευρώπης.
Τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής φάνηκαν γρήγορα σ’ όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες και οι αντιδράσεις οδήγησαν στη δημιουργία αντισυστημικών κομμάτων, τα οποία προτάσσουν την εθνική ταυτότητα και τον πατριωτισμό ως βασική αναφορά του προγράμματός τους. Η επίσημη συστημική Ευρωπαϊκή πολιτική προσπαθεί να απαξιώσει τις αντιδράσεις αυτές ως ακροδεξιά ρητορική, καπηλευόμενη τα δημοκρατικά αισθήματα και τους αντιφασιστικούς αγώνες του παρελθόντος.
Η κατάσταση, προφανώς, είναι πολύ πιο ανησυχητική σε χώρες, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, που βρίσκονται στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης και δέχονται επιπλέον υστερόβουλες υβριδικές επιθέσεις, με την εργαλειοποίηση των λαθρομεταναστών από την Άγκυρα και τους δορυφόρους της.
Η εμμονή της Ελλάδος στην παράλογη και προσχηματική πολιτική των ανοικτών συνόρων, ως Ευρωπαϊκής πολιτικής, δημιουργεί για τη χώρα τεράστιους κινδύνους, γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι νέοι που έρχονται αλλά και οι παλιοί, που είναι ήδη εκατομμύρια και για τους οποίους τηρείται σκόπιμη σιωπή.
Δεν μπορούν να ελεχθούν τα σύνορα της χώρας, με βάση Ευρωπαϊκές οδηγίες, που, στην πραγματικότητα, υποθάλπουν και στηρίζουν τη λαθρομετανάστευση. Το Λιμενικό Σώμα δεν μπορεί να λειτουργεί ως υπηρέτρια της Frontex, που παίρνει οδηγίες από τις Βρυξέλλες. Η Ελλάδα, στη θέση που βρίσκεται και υπό τις σημερινές περιστάσεις, δεν μπορεί να απεμπολήσει υπέρ της Frontex τον έλεγχο των συνόρων της και την άσκηση της εθνικής της κυριαρχίας. Εφόσον το πρόβλημα συνεχίζεται και είναι διαρκές, η Ελλάδα οφείλει να αναστείλει επ’ αόριστον, για λόγους εθνικής ασφάλειας, την εφαρμογή της ανεδαφικής Ευραπαϊκής Οδηγίας περί μη απωθήσεως και ανοικτών συνόρων.
Περικλής Νεάρχου
Πρέσβυς ε.τ.