.
.
Η κοινοβουλευτική ερώτηση με αριθμό πρωτοκόλλου 4337/02.04.2026 κατατέθηκε από τους βουλευτές Παναγιού (Γιώτα) Πούλου, Θεοδώρα Τζάκρη, Μιχαήλ Χουρδάκης και Ραλλία Χρηστίδου, οι οποίοι ανέδειξαν με σαφήνεια τα σοβαρά προβλήματα καθυστερήσεων και ανισοτήτων στο πλαίσιο στήριξης των σεισμόπληκτων της Σάμου.
Η απάντηση του Υφυπουργού Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας Κώστας Κατσαφάδος, με αριθμό πρωτοκόλλου 394/27.04.2026, επιχειρεί να παρουσιάσει μια εικόνα διοικητικής κινητικότητας. Ωστόσο, πίσω από την παράθεση στοιχείων και αποφάσεων, αναδεικνύονται σαφείς αδυναμίες που υπονομεύουν την αξιοπιστία της απάντησης.
Το πιο εμφανές αρνητικό στοιχείο είναι η πλήρης αποφυγή απάντησης στο βασικό ερώτημα που θέτουν οι βουλευτές: γιατί η Σάμος δεν τυγχάνει αντίστοιχης μεταχείρισης με άλλες σεισμόπληκτες περιοχές, όπως η Κρήτη. Η αναφορά στο νέο πλαίσιο αποζημιώσεων που εφαρμόστηκε αλλού δεν συνοδεύεται από καμία εξήγηση για τη μη επέκτασή του στη Σάμο. Αντί απάντησης, παρατίθεται ένα ιστορικό αποφάσεων, το οποίο δεν αγγίζει την ουσία του ζητήματος.
Παράλληλα, τα ίδια τα στοιχεία του Υπουργείου αποκαλύπτουν την περιορισμένη πρόοδο στην αποκατάσταση. Παρά τον μεγάλο αριθμό πληγέντων κτιρίων, οι εκδοθείσες άδειες και οι εκταμιεύσεις παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, γεγονός που επιβεβαιώνει τις αιτιάσεις των βουλευτών για καθυστερήσεις που παρατείνονται για χρόνια. Η εικόνα που προκύπτει είναι ενός μηχανισμού που λειτουργεί με αργούς ρυθμούς και δεν ανταποκρίνεται στην έκταση της καταστροφής.
Επιπλέον, η απάντηση χαρακτηρίζεται από μετατόπιση ευθυνών. Στο ζήτημα των άτοκων δανείων, που σύμφωνα με την ερώτηση δεν χορηγούνται στην πράξη, το Υπουργείο δηλώνει ότι η αρμοδιότητα ανήκει στα πιστωτικά ιδρύματα. Αντίστοιχα, για τις κατεδαφίσεις επικίνδυνων κτιρίων, η ευθύνη μεταφέρεται στους ιδιοκτήτες και στους δήμους. Η στάση αυτή αποφεύγει να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα της εποπτείας και του συντονισμού του συστήματος.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η αντιμετώπιση του περιστατικού κατάρρευσης κτιρίου στη Σάμο τον Φεβρουάριο του 2026. Η απάντηση περιορίζεται στο ότι δεν είχε υποβληθεί φάκελος από τον ιδιοκτήτη, χωρίς να αναγνωρίζεται το ευρύτερο πρόβλημα δημόσιας ασφάλειας. Η παραμονή επικίνδυνων κατασκευών για χρόνια δεν αντιμετωπίζεται ως συστημική αποτυχία, αλλά ως μεμονωμένη περίπτωση.
Ταυτόχρονα, η απάντηση αποφεύγει να τοποθετηθεί για την επάρκεια των αποζημιώσεων. Η κριτική ότι τα ποσά δεν καλύπτουν το πραγματικό κόστος αποκατάστασης παραμένει αναπάντητη, όπως και το αίτημα για επικαιροποίηση των οικονομικών εργαλείων στήριξης.
Τέλος, δεν υπάρχει καμία ουσιαστική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του ισχύοντος πλαισίου. Δεν παρουσιάζονται δείκτες, δεν αναγνωρίζονται αδυναμίες, ούτε προτείνεται κάποιο σχέδιο βελτίωσης. Η απάντηση εξαντλείται σε μια περιγραφή διαδικασιών, χωρίς στρατηγική κατεύθυνση.
Συνολικά, η απάντηση του Υφυπουργού δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο και τη σοβαρότητα της ερώτησης που κατέθεσαν οι Παναγιού (Γιώτα) Πούλου, Θεοδώρα Τζάκρη, Μιχαήλ Χουρδάκης και Ραλλία Χρηστίδου. Αντί να δώσει σαφείς απαντήσεις και λύσεις, ενισχύει την εικόνα ενός κατακερματισμένου και ανεπαρκώς συντονισμένου πλαισίου, που αδυνατεί να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες των σεισμόπληκτων της Σάμου.
Γιάννης Νέγρης