Τρεις συγκεκριμένες προτάσεις για την πρόληψη της νεανικής παραβατικότητας σε τοπικό επίπεδο, που προκύπτουν και από την ενδελεχή μελέτη του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΙΤΑ), καταθέτει ο Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΤΑ και πρώην Δήμαρχος Σάμου, Μιχάλης Αγγελόπουλος, με την εισήγησή του στην ημερίδα «Η Αυτοδιοίκηση, δίπλα στη Νέα Γενιά – Σχέδιο Δράσης για την πρόληψη της νεανικής παραβατικότητας». Η ημερίδα, που διοργάνωσαν σήμερα στη Θεσσαλονίκη το ΙΤΑ, η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) και η ΠΕΔ Κεντρικής Μακεδονίας, είχε ως αντικείμενο την παρουσίαση της μελέτης.
Η μελέτη «Νεανική Παραβατικότητα – Η Στρατηγική της Αυτοδιοίκησης για την πρόληψη και αντιμετώπισή της» εκπονήθηκε με πρωτοβουλία της ΚΕΔΕ υπό την προεδρία του Δημάρχου Αμπελοκήπων-Μενεμένης Λάζαρου Κυρίζογλου και του προέδρου του ΙΤΑ και Δημάρχου Παπάγου - Χολαργού Ηλία Αποστολόπουλου. Επιστημονικά υπεύθυνοι είναι ο Χριστόφορος Σκαμνάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου, και η Μαργαρίτα Γασπαρινάτου, Επίκουρη Καθηγήτρια Κοινωνικής Πολιτικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Στηρίζεται σε ποιοτική έρευνα με εκπαιδευτικούς, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. και αιρετούς, καθώς και σε δύο πανελλαδικές δημοσκοπήσεις σε 1.400 πολίτες και σε 600 νέους 16–24 ετών, που πραγματοποιήθηκαν σε συνεργασία με την GPO. Όπως σημειώνει και ο κ. Κυρίζογλου, η μελέτη «δεν είναι απλώς ένα επιστημονικό έργο, είναι μια πράξη ευθύνης απέναντι στους νέους, στις οικογένειες και στις τοπικές μας κοινωνίες».
Αφετηρία των προτάσεων είναι ένα διπλό εύρημα της μελέτης. Αφενός, εκπαιδευτικοί και επαγγελματίες της πρώτης γραμμής περιγράφουν τους δήμους ως απόντες από την πρόληψη, ενώ σημαντικό μέρος των πολιτών δεν γνωρίζει αν ο δήμος του διαθέτει σχετικές υπηρεσίες. Αφετέρου, το 78,4% των πολιτών και το 77,2% των νέων πιστεύουν ότι οι δήμοι μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στον περιορισμό του φαινομένου. Όπως σημειώνει ο κ. Αγγελόπουλος, «η κοινωνία μάς επικρίνει επειδή περιμένει περισσότερα από εμάς, όχι επειδή μας έχει ξεγράψει».
Οι τρεις προτάσεις, που προκύπτουν από το Σχέδιο Δράσης της μελέτης, είναι οι εξής:
Πρωτόκολλα συνεργασίας με συγκεκριμένα παραδοτέα. Να υπογραφούν μέσα στον επόμενο χρόνο τα πρωτόκολλα συνεργασίας της ΚΕΔΕ με τα πέντε συναρμόδια Υπουργεία που προβλέπει το σχέδιο δράσης της μελέτης (Παιδείας, Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Υγείας, Δικαιοσύνης, Προστασίας του Πολίτη), με συγκεκριμένες δεσμεύσεις και όχι ως γενικές διακηρύξεις.
Διακριτή χρηματοδότηση για μόνιμο προσωπικό. Να εξασφαλιστεί ειδική χρηματοδοτική γραμμή, από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους, για τη μόνιμη στελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών των δήμων με ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς με αντικείμενο την πρόληψη.
Πιλοτικά Τοπικά Σχέδια Δράσης. Να ξεκινήσει πιλοτική εφαρμογή σε μικρό αριθμό δήμων διαφορετικού μεγέθους και χαρακτήρα, μεταξύ αυτών και δήμων της Κεντρικής Μακεδονίας, με την επιστημονική υποστήριξη και την παρακολούθηση του ΙΤΑ, ώστε μέσα σε έναν χρόνο να υπάρχουν μετρήσιμα αποτελέσματα.
Ο κ. Αγγελόπουλος συνδέει τις προτάσεις με την αρχή που θέτει ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Τοπικής Αυτονομίας, ότι οι πόροι των τοπικών αρχών πρέπει να είναι ανάλογοι προς τις αρμοδιότητές τους: «Όταν ζητάμε από τους δήμους να γίνουν συντονιστές της πρόληψης, το ερώτημα “με ποιους ανθρώπους και με ποια χρήματα” δεν είναι γραφειοκρατική λεπτομέρεια. Είναι η ουσία». Παράλληλα, επισημαίνει ότι ορισμένα βήματα δεν απαιτούν σχεδόν κανένα κόστος, όπως η απόσπαση εκπαιδευτικών στους δήμους και ο ορισμός δημοτικού υπαλλήλου με αποκλειστικό αντικείμενο τη σύνδεση σχολείου και δήμου: «Ένα όνομα και ένα τηλέφωνο για κάθε σχολείο. Αυτό μπορεί να γίνει από αύριο».
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη συμμετοχή των ίδιων των νέων, μέσα από συνελεύσεις νέων, «προϋπολογισμό νέων» και ομάδες διαμεσολάβησης, με παράδειγμα την «Κοινότητα Δημοκρατίας και Ευθύνης» του 1ου Πρότυπου Λυκείου Θεσσαλονίκης, την οποία η μελέτη καταγράφει ως καλή πρακτική. Όπως σημειώνει, «η πρόληψη της παραβατικότητας και η δημοκρατική ανθεκτικότητα των τοπικών μας κοινωνιών είναι, στο βάθος, το ίδιο ζήτημα». Για τα παιδιά μεταναστών, για τα οποία εκπαιδευτικοί άκουσαν ότι «δεν είναι δημότες», υπογραμμίζει: «Το παιδί που πηγαίνει σχολείο στην πόλη μας είναι παιδί της πόλης μας».
Κλείνοντας την εισήγησή του, ο κ. Αγγελόπουλος ανατρέχει σε μια από τις πιο απλές φράσεις της έρευνας:
«“Οι αυλές είναι σκοτεινές”. Να ανάψουμε τα φώτα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Να ξέρει κάθε σχολείο ποιον να καλέσει. Να έχει κάθε παιδί ένα μέρος να πάει το απόγευμα και έναν ενήλικα να του μιλήσει πριν είναι αργά. Αυτό είναι, στο τέλος, το σχέδιο δράσης».