Το αυξημένο κόστος καυσίμων, οι περιορισμοί της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής και τα προβλήματα από τη δραστηριότητα ξένων αλιευτικών στόλων στο Αιγαίο και το Ιόνιο βρίσκονται στο επίκεντρο ερώτησης που κατέθεσε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ, Κώστας Παπαδάκης.
Η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι επαγγελματίες αλιείς στην Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι οι αυξημένες δαπάνες και οι υποχρεώσεις ελέγχου επιβαρύνουν ιδιαίτερα την παράκτια αλιεία.
Στα 1.450 ευρώ ο τόνος πετρελαίου
Σύμφωνα με την ερώτηση, το κόστος προμήθειας ενός τόνου πετρελαίου για αλιευτικό σκάφος ανέρχεται σήμερα περίπου στα 1.450 ευρώ, έναντι 600-650 ευρώ πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι η απαλλαγή από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης δεν επαρκεί πλέον για να αντισταθμίσει την αύξηση του κόστους. Παράλληλα, αναφέρεται στις ζημιές που προκαλούν θαλάσσια θηλαστικά στα αλιευτικά εργαλεία, στις απαιτήσεις ηλεκτρονικής παρακολούθησης των σκαφών και στους περιορισμούς που αφορούν παραδοσιακές μεθόδους αλιείας.
Καταγγελίες για Αιγαίο και Ιόνιο
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη δραστηριότητα τουρκικών αλιευτικών στο Αιγαίο και ιταλικών αλιευτικών στο Ιόνιο. Σύμφωνα με τις καταγγελίες που διατυπώνει η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ, οι Έλληνες αλιείς αντιμετωπίζουν προβλήματα από τη δραστηριότητα ξένων στόλων, τα οποία συνδέονται με τον ανταγωνισμό και την πίεση στα αλιευτικά αποθέματα.
Το ΚΚΕ ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να τοποθετηθεί για την εφαρμογή των κανόνων της αλιείας και την αντιμετώπιση των καταγγελλόμενων περιστατικών.
Τα μέτρα που ζητούν οι αλιείς
Στην ερώτηση τίθενται αιτήματα για γενναία επιδότηση των καυσίμων, πλήρη αποζημίωση για ζημιές σε σκάφη και αλιευτικά εργαλεία, καθώς και περιορισμό των γραφειοκρατικών επιβαρύνσεων που απορρέουν από την Κοινή Αλιευτική Πολιτική.
Παράλληλα, γίνεται αναφορά στις κινητοποιήσεις των επαγγελματιών αλιέων στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Ιταλία και η Γαλλία.
Η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ καλεί ουσιαστικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να απαντήσει για τη στήριξη των επαγγελματιών του κλάδου και την αντιμετώπιση των προβλημάτων που, όπως υποστηρίζει, απειλούν τη συνέχιση της δραστηριότητάς τους.