Τον επανασχεδιασμό του τρόπου με τον οποίο οργανώνονται οι ακτοπλοϊκές συνδέσεις και αξιοποιούνται οι δημόσιοι πόροι προτείνει η Επιτροπή Ανταγωνισμού στην τελική έκθεση της κλαδικής έρευνας για την ακτοπλοΐα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανάγκη για διαφορετική προσέγγιση των ακτοπλοϊκών γραμμών, με την Επιτροπή να επισημαίνει ότι ο κλάδος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία ενιαία αγορά. Αντίθετα, προτείνεται δικτυακή προσέγγιση, με τον σχεδιασμό των συνδέσεων να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε νησιωτικής περιοχής.
Επανεξέταση των άγονων γραμμών
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας και στις επιδοτούμενες ακτοπλοϊκές συνδέσεις.
Η Επιτροπή προτείνει να επανεξεταστεί ο τρόπος σχεδιασμού τους, ώστε οι διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι να κατευθύνονται σε συνδέσεις που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των νησιωτικών κοινωνιών.
Στο πλαίσιο αυτό τίθεται και το ζήτημα της σύνδεσης από το Καρλόβασι της Σάμου, με αναχώρηση στις 4 το πρωί, προς τα νησιά του Βορείου Αιγαίου και την Καβάλα. Το συγκεκριμένο δρομολόγιο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των ερωτημάτων που προκύπτουν για τον σχεδιασμό και τη χρησιμότητα ορισμένων άγονων γραμμών.
Η Επιτροπή συνδέει τον επανασχεδιασμό με ένα ευρύτερο σύστημα νησιωτικών μεταφορών, στο οποίο θα μπορούν να συνδυάζονται διαφορετικά μέσα μετακίνησης.
Τα λιμάνια επηρεάζουν τις ακτοπλοϊκές συνδέσεις
Σημαντικό μέρος των προτάσεων αφορά και τις λιμενικές υποδομές.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η κατάσταση και οι δυνατότητες των λιμανιών επηρεάζουν τόσο την ποιότητα των υπηρεσιών όσο και τη δυνατότητα των ακτοπλοϊκών εταιρειών να δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένες γραμμές.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται επιτάχυνση των επενδύσεων και ενίσχυση της επιχειρησιακής ικανότητας των φορέων διαχείρισης των λιμανιών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το λιμάνι της Χίου, όπου η περιορισμένη χωρητικότητα της λιμενικής λεκάνης δημιουργεί περιορισμούς στη δυνατότητα δρομολόγησης μεγαλύτερων πλοίων στη γραμμή Πειραιάς – Χίος – Μυτιλήνη.
Χρηματοδότηση για νέο στόλο
Η ανανέωση του ακτοπλοϊκού στόλου αποτελεί επίσης βασικό άξονα της έκθεσης.
Η Επιτροπή προτείνει χρηματοδοτικά και επενδυτικά εργαλεία για την ανανέωση και την ενεργειακή αναβάθμιση των πλοίων, καθώς η ηλικία του υφιστάμενου στόλου και οι αυξημένες περιβαλλοντικές απαιτήσεις δημιουργούν σημαντικές ανάγκες επενδύσεων.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η ενεργειακή μετάβαση θα πρέπει να πραγματοποιηθεί με τρόπο που να μην περιορίζει τις δυνατότητες εισόδου νέων ή μικρότερων επιχειρήσεων στην αγορά.
Σταθερότερο πλαίσιο εποπτείας
Τέλος, η Επιτροπή Ανταγωνισμού θέτει ζήτημα μεγαλύτερης συνοχής στο ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο της ακτοπλοΐας.
Στην έκθεση καταγράφεται κατακερματισμός αρμοδιοτήτων και διαδοχικές αλλαγές στην εποπτεία του κλάδου, με την Επιτροπή να προτείνει μεγαλύτερη θεσμική σταθερότητα και διαφάνεια.
Οι προτάσεις συνδέονται με τη διαπίστωση υψηλού βαθμού συγκέντρωσης σε τμήματα της ακτοπλοϊκής αγοράς, ενώ ως εμπόδια για νέους ή μικρότερους παρόχους αναφέρονται το υψηλό κόστος αγοράς και λειτουργίας πλοίων και η δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση.
Η τελική έκθεση δεν αλλάζει από μόνη της τα υφιστάμενα δρομολόγια ή τις συμβάσεις. Αποτελεί, ωστόσο, ένα πλαίσιο προτάσεων προς την Πολιτεία για τον επανασχεδιασμό των νησιωτικών μεταφορών, με στόχο οι ακτοπλοϊκές συνδέσεις να ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες των νησιωτικών περιοχών.