Στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων απέναντι στο κόστος των καυσίμων – Με περίπου 1.500 ευρώ μισθό αγοράζονται 693 λίτρα αμόλυβδης
Σημαντική πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς προκαλεί το υψηλό κόστος της βενζίνης στην Ελλάδα, καθώς ο συνδυασμός των τιμών στην αντλία και των χαμηλότερων μισθών περιορίζει σημαντικά την ποσότητα καυσίμου που μπορεί να αγοράσει ένας εργαζόμενος με τις μηνιαίες αποδοχές του.
Με την τιμή της αμόλυβδης να κινείται περίπου στα 2,20 ευρώ το λίτρο και τον μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης να υπολογίζεται περίπου στα 1.500 ευρώ, ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα μπορεί να αγοράσει περίπου 693 λίτρα βενζίνης εφόσον διέθετε ολόκληρο τον μισθό του για καύσιμα.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική όταν η Ελλάδα συγκρίνεται με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου οι υψηλότερες αποδοχές αυξάνουν σημαντικά την ποσότητα καυσίμου που αντιστοιχεί σε έναν μηνιαίο μισθό.
Μεγάλη απόσταση από τις υψηλότερες επιδόσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην εκπομπή Limit Up του OPEN, στο Λουξεμβούργο ο μέσος μισθός υπολογίζεται περίπου στα 7.000 ευρώ, ενώ η τιμή της βενζίνης στα 1,79 ευρώ το λίτρο. Με αυτά τα δεδομένα, ένας εργαζόμενος μπορεί θεωρητικά να αγοράσει περίπου 3.856 λίτρα βενζίνης.
Στη Γερμανία, με μέσο μισθό περίπου 4.500 ευρώ και τιμή βενζίνης κοντά στα 2,35 ευρώ το λίτρο, η αντίστοιχη δυνατότητα ανέρχεται σε περίπου 1.900 λίτρα.
Ακολουθούν άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, ενώ χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της Κύπρου. Με μέσο μισθό περίπου 2.301 ευρώ και τιμή βενζίνης στα 1,65 ευρώ το λίτρο, ένας εργαζόμενος μπορεί να αγοράσει περίπου 1.395 λίτρα.
Η Ελλάδα στη χαμηλή ζώνη των μισθών
Η διαφορά δεν οφείλεται μόνο στην τιμή της βενζίνης. Καθοριστικό ρόλο παίζει και το ύψος των αποδοχών.
Η Eurostat καταγράφει για το 2024 μέσο ετήσιο μισθό πλήρους απασχόλησης 18.000 ευρώ στην Ελλάδα, έναντι 39.800 ευρώ στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Λουξεμβούργο βρίσκεται στην κορυφή με 83.000 ευρώ.
Τα στοιχεία αυτά αφορούν τον εναρμονισμένο δείκτη της Eurostat για τον μέσο ετήσιο μισθό πλήρους απασχόλησης. Πρόκειται για δείκτη που βασίζεται σε στοιχεία εθνικών λογαριασμών και της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού και έχει σχεδιαστεί ώστε να επιτρέπει συγκρίσεις μεταξύ των χωρών.
Το κόστος της βενζίνης στην καθημερινότητα
Με βάση τη συγκεκριμένη σύγκριση, η Ελλάδα εμφανίζει αισθητά μικρότερη δυνατότητα αγοράς καυσίμων με έναν μηνιαίο μισθό σε σχέση με χώρες όπου οι αποδοχές είναι υψηλότερες.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η τιμή της βενζίνης επιβαρύνει περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα, ιδιαίτερα για εργαζόμενους που χρησιμοποιούν καθημερινά το αυτοκίνητό τους για τη μετακίνησή τους.
Παράλληλα, οι εκπρόσωποι της αγοράς έχουν ζητήσει παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των τιμών, μεταξύ άλλων μέσω της μείωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης, του ελέγχου των περιθωρίων κέρδους και της εντατικοποίησης των ελέγχων στην αγορά καυσίμων.
Η σύγκριση δείχνει έτσι ότι το πραγματικό βάρος της βενζίνης για τον καταναλωτή δεν καθορίζεται μόνο από την τιμή στην αντλία. Εξίσου σημαντικό είναι πόσο από το μηνιαίο εισόδημα απαιτείται για την αγορά ενός συγκεκριμένου όγκου καυσίμου.