.
.
Στην υπόθεση του ειδικού σχολείου που λειτουργεί επί χρόνια στις εγκαταστάσεις του ΚΕΦΙΑΠ Σάμου, το βάρος της ευθύνης δεν μπορεί να διαχέεται αόριστα μεταξύ υπηρεσιών και φορέων. Υπάρχει ένας κρίσιμος κρίκος στη διοικητική αλυσίδα που δεν μπορεί να αγνοηθεί και αυτός είναι το Γενικό Νοσοκομείο Σάμου. Το ΚΕΦΙΑΠ δεν αποτελεί αυτόνομη δομή, αλλά υπάγεται διοικητικά στο Νοσοκομείο, το οποίο έχει την ευθύνη διαχείρισης, εποπτείας και νόμιμης χρήσης των εγκαταστάσεων που ανήκουν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Η νομοθεσία είναι σαφής. Με τον νόμο 4025/2011, τα ΚΕΦΙΑΠ ορίστηκαν ως αμιγώς υγειονομικές μονάδες αποκατάστασης και εντάχθηκαν στο ΕΣΥ, υπό τη διοικητική ευθύνη των νοσοκομείων. Δεν προβλέφθηκε καμία εκπαιδευτική αρμοδιότητα, ούτε δυνατότητα φιλοξενίας σχολικών μονάδων. Συνεπώς, οποιαδήποτε χρήση των χώρων του ΚΕΦΙΑΠ για σκοπό διαφορετικό από την υγειονομική του αποστολή προϋποθέτει νόμιμη πράξη που να την επιτρέπει. Τέτοια πράξη δεν υφίσταται.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς πώς βρέθηκε ένα σχολείο μέσα σε μια δομή υγείας, αλλά πώς αυτό κατέστη δυνατό χωρίς τη γνώση ή την έγκριση της διοίκησης του Νοσοκομείου. Η παραχώρηση χώρων, η ανοχή χρήσης τους και η διαχρονική λειτουργία σχολικών μονάδων εντός ΚΕΦΙΑΠ δεν θα μπορούσαν να συμβούν χωρίς τη σιωπηρή ή ρητή αποδοχή της διοίκησης του Νοσοκομείου, ανεξαρτήτως του αν αυτή αποτυπώθηκε σε επίσημα έγγραφα.
Η ευθύνη αυτή καθίσταται ακόμη πιο συγκεκριμένη μετά το έγγραφο της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Σάμου, το οποίο απευθύνεται απευθείας στο Νοσοκομείο και καταγράφει ρητά ότι οι εγκαταστάσεις του ΚΕΦΙΑΠ χρησιμοποιούνται για εκπαιδευτικούς σκοπούς χωρίς νόμιμη αδειοδότηση. Από τη στιγμή που το έγγραφο αυτό παραλήφθηκε, δεν υφίσταται πλέον κανένα περιθώριο άγνοιας. Η διοίκηση του Νοσοκομείου όφειλε να ενεργήσει άμεσα για την αποκατάσταση της νομιμότητας, είτε με την παύση της παράνομης χρήσης είτε με την αναζήτηση θεσμικά κατοχυρωμένης λύσης.
Το ζήτημα δεν είναι τυπικό, αλλά ουσιαστικό. Το Νοσοκομείο Σάμου είναι ο θεματοφύλακας της περιουσίας του ΕΣΥ στο νησί και φέρει ευθύνη όχι μόνο για τη λειτουργία των υπηρεσιών υγείας, αλλά και για τη νόμιμη χρήση των κτιριακών του υποδομών. Η διατήρηση μιας παράνομης κατάστασης, ακόμη και αν υπαγορεύεται από κοινωνικές ανάγκες, συνιστά διοικητική παράλειψη με σοβαρές θεσμικές προεκτάσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το Νοσοκομείο δεν μπορεί να μεταβιβάσει ή να αποποιηθεί αυτή την ευθύνη, ούτε προς την εκπαιδευτική διοίκηση ούτε προς την τοπική αυτοδιοίκηση. Ο Δήμος δεν έχει αρμοδιότητα επί των ΚΕΦΙΑΠ και δεν μπορεί να νομιμοποιήσει χρήσεις σε ακίνητα του ΕΣΥ. Οποιαδήποτε απόπειρα μετακύλισης της ευθύνης αλλού απλώς συσκοτίζει τον πραγματικό πυρήνα του προβλήματος.
Η μακρόχρονη ανοχή της λειτουργίας του σχολείου εντός ΚΕΦΙΑΠ δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι διοικήσεις των νοσοκομείων τον ρόλο τους. Όταν μια υγειονομική δομή χρησιμοποιείται για σκοπό που δεν προβλέπεται από τον νόμο, η ευθύνη δεν είναι αφηρημένη ούτε συλλογική. Είναι συγκεκριμένη και προσωποποιημένη στη διοικητική αρχή που έχει την εποπτεία.
Τα παιδιά με αναπηρία δεν ευθύνονται για αυτή την κατάσταση και δεν μπορεί να χρησιμοποιούνται ως επιχείρημα για τη διατήρηση μιας παράνομης λειτουργίας. Αντίθετα, η ευαλωτότητά τους επιβάλλει ακόμη μεγαλύτερη προσήλωση στη νομιμότητα, την ασφάλεια και τη θεσμική συνέπεια. Η κοινωνική ανάγκη δεν αναιρεί τον νόμο, ούτε απαλλάσσει τη διοίκηση από τις ευθύνες της.
Σήμερα, μετά την επίσημη καταγραφή της παρανομίας, το ερώτημα δεν είναι αν το Νοσοκομείο Σάμου γνώριζε, αλλά πώς θα αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί. Γιατί σε ένα κράτος δικαίου, η διοίκηση δεν κρίνεται μόνο από τις προθέσεις της, αλλά από τις πράξεις και τις παραλείψεις της. Και στην περίπτωση του ΚΕΦΙΑΠ Σάμου, οι παραλείψεις έχουν πλέον ονοματεπώνυμο.
Γιάννης Νέγρης