Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Submitted by aegeo on
diadiloseis-gallia-ellada-ispania

Από τη Σερβία και το Ηνωμένο Βασίλειο έως τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ελλάδα, οι κοινωνικές κινητοποιήσεις επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: τι οδηγεί όλο και περισσότερους πολίτες στην επιλογή της δημόσιας διαμαρτυρίας;

Τα στοιχεία του διεθνούς ερευνητικού προγράμματος Varieties of Democracy (V-Dem), που εδρεύει στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ στη Σουηδία, αποτυπώνουν διαφορετικές εντάσεις κινητοποιήσεων σε 39 ευρωπαϊκές χώρες. Για το 2025, η Σερβία και το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζουν τις υψηλότερες τιμές στον δείκτη μαζικής κινητοποίησης, ενώ η Ολλανδία καταγράφει σημαντική αύξηση σε σύγκριση με το 2015. Η Γαλλία, παρά τη μακρά ιστορία κοινωνικών αγώνων, βρίσκεται χαμηλότερα στη συγκεκριμένη κατάταξη.

Διαφορετικές αφορμές, κοινή δυσαρέσκεια

Οι αιτίες που κινητοποιούν τους πολίτες διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Στη Γαλλία, η κατάσταση στις σχολικές υποδομές και τα ζητήματα της εκπαίδευσης τροφοδοτούν αντιδράσεις. Στην Ισπανία, το στεγαστικό πρόβλημα και οι εξώσεις προκαλούν έντονη κοινωνική πίεση, ενώ στη Σερβία η διαφθορά βρέθηκε στο επίκεντρο των κινητοποιήσεων.

Στην Ελλάδα, τα Τέμπη και οι συνταξιοδοτικές διεκδικήσεις αναφέρονται ως χαρακτηριστικές περιπτώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας. Παρά τις επιμέρους διαφορές, το κόστος ζωής, η οικονομική ανασφάλεια, οι ανισότητες και η δυσπιστία απέναντι στην πολιτική εξουσία αποτελούν κοινούς παράγοντες δυσαρέσκειας.

Ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Παντείου Πανεπιστημίου Σεραφείμ Σεφεριάδης επισημαίνει ότι οι κινητοποιήσεις δεν αποτελούν σταθερό χαρακτηριστικό συγκεκριμένων λαών. Αντίθετα, συνδέονται με τις κοινωνικές συνθήκες, τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται τα προβλήματά τους και τις προσδοκίες που διαμορφώνονται μέσα από τη συλλογική δράση.

Η οικονομική πίεση και οι αντοχές των νοικοκυριών

Ο καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Κωνσταντίνος Δημουλάς συνδέει τη σημερινή κοινωνική ένταση με τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης του 2008 και τις διαδοχικές κρίσεις που ακολούθησαν, μεταξύ των οποίων η πανδημία και η ενεργειακή κρίση.

Όπως εξηγεί, τα μέτρα στήριξης και οι παρεμβάσεις ρευστότητας δεν συνοδεύτηκαν από μια ουσιαστική αλλαγή του οικονομικού μοντέλου. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ανάλυσή του, είναι ότι σημαντικά προβλήματα παραμένουν άλυτα, ενώ τα νοικοκυριά πιέζονται από τις δαπάνες στέγασης, τη φορολογία και τη μειωμένη αγοραστική δύναμη.

Οι οικονομικές δυσκολίες, ωστόσο, δεν οδηγούν αυτομάτως σε μαζικές διαδηλώσεις. Συχνά χρειάζεται ένα συγκεκριμένο γεγονός, μια απόφαση ή μια κοινωνική αδικία που λειτουργεί ως καταλύτης και μετατρέπει τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια σε συλλογική αντίδραση.

Η κρίση εμπιστοσύνης στην πολιτική

Πέρα από τα οικονομικά ζητήματα, οι δύο καθηγητές αναδεικνύουν την κρίση πολιτικής εκπροσώπησης. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι οι πολιτικές ηγεσίες αδυνατούν να δώσουν απαντήσεις ή αμφισβητούν την αξιοπιστία τους, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζεται.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η συμμετοχή σε μια διαδήλωση, αλλά το κατά πόσο αυτή μπορεί να οδηγήσει σε συγκεκριμένες πολιτικές αλλαγές. Ο συντονισμός των κοινωνικών διεκδικήσεων, η συνέχειά τους και η διαμόρφωση πειστικών εναλλακτικών προτάσεων θεωρούνται καθοριστικοί παράγοντες.

Η εικόνα που προκύπτει από την Ευρώπη δείχνει ότι οι κοινωνικές κινητοποιήσεις δεν έχουν παντού την ίδια μορφή ούτε προκαλούνται από τις ίδιες αφορμές. Αναδεικνύουν, όμως, ένα κοινό πρόβλημα: την απόσταση ανάμεσα στις ανάγκες των πολιτών και στις απαντήσεις που δίνουν οι πολιτικές και οικονομικές δομές.