Η Αθήνα επιλέγει να μην ακολουθήσει την Άγκυρα σε έναν δημόσιο ανταγωνισμό δηλώσεων, διατηρώντας όμως σαφή και σταθερή θέση απέναντι στις νέες τουρκικές αιτιάσεις για τη στρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών.
Το μήνυμα της ελληνικής πλευράς είναι ότι η άμυνα και η ασφάλεια του συνόλου της ελληνικής επικράτειας δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Το υπουργείο Εξωτερικών απορρίπτει τις τουρκικές αναφορές περί παραβίασης υποχρεώσεων αποστρατιωτικοποίησης και υποστηρίζει ότι οι σχετικές αιτιάσεις δεν έχουν νομικό έρεισμα στο Διεθνές Δίκαιο.
Η ελληνική θέση έχει διατυπωθεί με σαφήνεια και επισήμως. Η Αθήνα υπογραμμίζει ότι διαμορφώνει την εξωτερική της πολιτική «κυρίαρχα και ανεξάρτητα» και ότι «δεν ετεροκαθορίζεται», απορρίπτοντας παράλληλα τους ισχυρισμούς περί εργαλειοποίησης της Ελλάδας για την αποσταθεροποίηση της περιοχής.
Το ελληνικό μήνυμα για τα νησιά
Σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών, η Ελλάδα διασφαλίζει, όπως κάθε κράτος, την άμυνα και την ασφάλεια ολόκληρης της επικράτειάς της.
Η Αθήνα υποστηρίζει ότι οι επαναλαμβανόμενες τουρκικές αιτιάσεις περί αποστρατιωτικοποίησης ελληνικών νησιών του Αιγαίου έχουν απορριφθεί κατηγορηματικά και ότι το καθεστώς των νησιών καθορίζεται από τις ισχύουσες διεθνείς συνθήκες.
Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών παραπέμπει ειδικότερα στη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923, στη Σύμβαση του Montreux του 1936 και στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, επισημαίνοντας ότι διαφορετικά νομικά καθεστώτα ισχύουν για διαφορετικές ομάδες νησιών.
Σε ό,τι αφορά τα Δωδεκάνησα, η ελληνική διπλωματία επισημαίνει ότι η Τουρκία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη των Παρισίων του 1947. Πρόκειται για πάγια θέση της Αθήνας, η οποία έχει επαναληφθεί και το 2026.
Η αναφορά στο casus belli
Στην τελευταία επίσημη απάντησή του προς την Άγκυρα, το υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε «οξύμωρο» να χαρακτηρίζεται η αμυντική θωράκιση ελληνικού εδάφους ως «απειλή», τη στιγμή που η Τουρκία διατηρεί σε ισχύ την απειλή πολέμου, το γνωστό casus belli, σε περίπτωση άσκησης ελληνικού κυριαρχικού δικαιώματος.
Η Αθήνα συνδέει, έτσι, την επιχειρηματολογία της με το δικαίωμα νόμιμης άμυνας και τονίζει ότι η αμυντική διάταξη της χώρας δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η Διακήρυξη των Αθηνών
Παράλληλα, η ελληνική πλευρά παραπέμπει στη Διακήρυξη των Αθηνών για τις Σχέσεις Φιλίας και Καλής Γειτονίας, που υπεγράφη στις 7 Δεκεμβρίου 2023.
Στη Διακήρυξη, Ελλάδα και Τουρκία συμφώνησαν να καλλιεργούν φιλικές σχέσεις, αμοιβαίο σεβασμό και ειρηνική συνύπαρξη, ενώ δεσμεύθηκαν να επιδιώκουν την επίλυση διαφορών με ειρηνικά μέσα και μέσω απευθείας διαβουλεύσεων. Παράλληλα, συμφώνησαν να αποφεύγουν δηλώσεις ή ενέργειες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κλιμάκωση.
Ωστόσο, η ίδια η Διακήρυξη διευκρινίζει ότι δεν αποτελεί διεθνή συμφωνία δεσμευτική κατά το Διεθνές Δίκαιο και δεν δημιουργεί νομικά δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τα δύο μέρη.
Νέα παρέμβαση Φιντάν
Την ίδια στιγμή, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν επανέφερε το ζήτημα της στρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών, χαρακτηρίζοντάς την απειλή για την Τουρκία και υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις.
Οι δηλώσεις του αποτελούν συνέχεια της τοποθέτησής του στις 16 Σεπτεμβρίου, όταν είχε υποστηρίξει ότι η Ελλάδα κινείται κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων και είχε συνδέσει το θέμα με τα ευρύτερα ζητήματα του Αιγαίου.
Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Ελλάδας. Η Αθήνα απορρίπτει αυτή την ερμηνεία και επιμένει ότι το δικαίωμα στην άμυνα και στην προστασία της εδαφικής της ακεραιότητας δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση.
Χαμηλοί τόνοι, σταθερές θέσεις
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας Αθήνας που επιδιώκει να αποφύγει την περαιτέρω δημόσια κλιμάκωση, χωρίς να μετακινείται από τις πάγιες θέσεις της.
Το ελληνικό μήνυμα συνοψίζεται στην προσήλωση στον διάλογο και στις σχέσεις καλής γειτονίας, με την προϋπόθεση, όπως υπογραμμίζει το υπουργείο Εξωτερικών, του σεβασμού στο Διεθνές Δίκαιο και της αποχής από απειλές και μονομερείς διεκδικήσεις.