Οι φωτογραφίες αναρτήθηκαν απο το https://samostoday.gr/
Οι δηλώσεις γονέα και διευθυντή, η αναφορά σε «άνωθεν εντολές» και η θέση της Ένωσης Αστυνομικών για την εισαγγελική εποπτεία
Νέα ερωτήματα γύρω από τη διαδικασία που ακολούθησε τις μαθητικές καταλήψεις στη Σάμο προκύπτουν μετά τις δηλώσεις γονέα μαθητή, του διευθυντή του 2ου Γυμνασίου Σάμου Κώστα Ευστρατίου και της προέδρου της ΕΛΜΕ Σάμου Πένυς Δεμερτζή, ενώ παράλληλα η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Σάμου δίνει τη δική της εκδοχή για τον τρόπο με τον οποίο ενήργησαν οι αστυνομικές αρχές.
Στο επίκεντρο πλέον δεν βρίσκεται μόνο η ίδια η μαθητική κατάληψη, αλλά και ένα συγκεκριμένο ερώτημα:
Πώς έφτασαν τα ονόματα συγκεκριμένων μαθητών στην Αστυνομία και με ποια διαδικασία κινήθηκε η υπόθεση σε βάρος τους;
Η αναφορά του γονέα για τα ονόματα

Ο γονέας μαθητή, Λεωνίδας Κουτσόποδης, σε δημόσια παρέμβασή του υποστηρίζει ότι πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον γυμνασιάρχη πως τα ονόματα μαθητών δόθηκαν στον αξιωματικό υπηρεσίας, αναφέροντας παράλληλα ότι υπάρχουν μάρτυρες για όσα υποστηρίζει.
Ο ίδιος θέτει ακόμη το ερώτημα γιατί, ενώ –σύμφωνα με τη δική του αναφορά– είχαν βρεθεί περίπου 40 παιδιά μέσα στο σχολείο, τελικά η διαδικασία αφορούσε συγκεκριμένους μαθητές.
Οι αναφορές αυτές αποτελούν τη μαρτυρία του συγκεκριμένου γονέα και δεν παρουσιάζονται ως ανεξάρτητα επιβεβαιωμένα γεγονότα. Το ζήτημα που προκύπτει δημοσιογραφικά είναι σαφές: να αποσαφηνιστεί ποια στοιχεία ζητήθηκαν, από ποιον, ποια διαβιβάστηκαν στην Αστυνομία και στο πλαίσιο ποιας διαδικασίας.
Τι αναφέρει ο διευθυντής του 2ου Γυμνασίου

Στη δική του συνέντευξη, ο διευθυντής του 2ου Γυμνασίου Σάμου Κώστας Ευστρατίου αναφέρθηκε στην κατάσταση του σχολικού κτιρίου μετά την κατάληψη.
Όπως ανέφερε, μετά τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε δεν διαπιστώθηκε καταστροφή ούτε έλλειψη από τον χώρο του σχολείου. Όπως χαρακτηριστικά περιέγραψε, το σχολείο παραδόθηκε στην κατάσταση στην οποία είχε παραληφθεί.
Ο κ. Ευστρατίου εξέφρασε επίσης την άποψη ότι, με βάση όσα διαπιστώθηκαν από τον έλεγχο του σχολείου, δεν προέκυψε κάτι στο κτίριο για το οποίο θα έπρεπε να κατηγορηθεί κάποιο παιδί.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αφορά την κατάσταση του σχολικού κτιρίου και αποτελεί τη δήλωση του διευθυντή για όσα διαπίστωσε μετά την αποχώρηση των μαθητών. Δεν αποτελεί, από μόνη της, δικαστική κρίση για τις κατηγορίες που έχουν αποδοθεί.
Η συνομιλία έξω από την Αστυνομική Διεύθυνση
Ένα ακόμη στοιχείο προκύπτει από τη συνέντευξη που παραχώρησε στον Ράδιο Σάμος 102 η πρόεδρος της ΕΛΜΕ Σάμου Πένυ Δεμερτζή.
Η κ. Δεμερτζή περιέγραψε τη συνομιλία που είχε έξω από τη Διεύθυνση Αστυνομίας Σάμου με την υποδιευθύντρια Ν. Βεργίνη.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε η πρόεδρος της ΕΛΜΕ, η υποδιευθύντρια εξέφρασε τη συμπαράστασή της στον αγώνα των εκπαιδευτικών, ενώ, αναφερόμενη στη διαδικασία σε βάρος των μαθητών, είπε –σύμφωνα πάντα με την περιγραφή της κ. Δεμερτζή– ότι οι αστυνομικοί εκτελούσαν «άνωθεν εντολές».
Η αναφορά αυτή αποδίδεται στην πρόεδρο της ΕΛΜΕ και δεν παρουσιάζεται ως ανεξάρτητα επιβεβαιωμένο περιεχόμενο της συγκεκριμένης συνομιλίας.
Η φωτογραφία αναρτήθηκε από το samostoday.gr
Η θέση της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων
Από την πλευρά της, η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Νομού Σάμου εξέδωσε ανακοίνωση στις 2 Οκτωβρίου, απαντώντας στις αναφορές για τις συνθήκες παραμονής των μαθητών στο Αστυνομικό Τμήμα.
Η Ένωση υποστηρίζει ότι οι ανήλικοι δεν παρέμειναν στα κρατητήρια, αλλά εκτός αυτών, κατά τον σχηματισμό της σχετικής δικογραφίας, και ότι δεν τους στερήθηκαν νερό και τρόφιμα.
Ιδιαίτερη σημασία για το διαδικαστικό σκέλος έχει η θέση της Ένωσης ότι οι αστυνομικοί ενήργησαν υπό την εποπτεία και καθοδήγηση των εισαγγελικών αρχών, εφαρμόζοντας τις προβλεπόμενες διατάξεις.
Έτσι, η θέση αυτή αποτελεί την απάντηση της αστυνομικής πλευράς στις αιτιάσεις που έχουν διατυπωθεί για τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η υπόθεση.
Τι προβλέπει το νομικό πλαίσιο
Το ισχύον άρθρο 31 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπει ότι η προκαταρκτική εξέταση και η προανάκριση διενεργούνται, κατά κανόνα, ύστερα από παραγγελία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών και υπό τη διεύθυνσή του, ενώ ο νόμος προβλέπει και περιπτώσεις αυτεπάγγελτης προανάκρισης. Οι ανακριτικοί υπάλληλοι υποχρεούνται να εκτελούν τις παραγγελίες των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών.
Παράλληλα, το άρθρο 27 του ΚΠΔ προβλέπει ειδικό εισαγγελέα για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά ανηλίκων στα Πρωτοδικεία Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Πατρών. Η διάταξη αυτή δεν προβλέπει αντίστοιχο ειδικό εισαγγελέα ανηλίκων για το Πρωτοδικείο Σάμου.
Υπάρχει επίσης ειδική πρόβλεψη στο άρθρο 242 παρ. 3 του ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία τα εγκλήματα που τελούνται από ανηλίκους δεν δικάζονται ως αυτόφωρα.
Η συγκεκριμένη διάταξη, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της για να κριθεί εάν κάθε επιμέρους αστυνομική ή εισαγγελική ενέργεια στην υπόθεση της Σάμου ήταν σύννομη. Για αυτό απαιτείται γνώση της συγκεκριμένης δικονομικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε και των εγγράφων της υπόθεσης.
Και το ζήτημα των προσωπικών δεδομένων
Ξεχωριστό είναι το ζήτημα της διαβίβασης των στοιχείων των μαθητών.
Ο ν. 4624/2019 προβλέπει, για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο της διερεύνησης και δίωξης αξιόποινων πράξεων, ότι τα δεδομένα πρέπει να υποβάλλονται σε σύννομη και δίκαιη επεξεργασία, να συλλέγονται για συγκεκριμένους και νόμιμους σκοπούς και να είναι κατάλληλα, συναφή και όχι υπερβολικά σε σχέση με τον σκοπό της επεξεργασίας.
Επομένως, το δημοσιογραφικό ερώτημα δεν είναι αν «κάποιος παρανόμησε», κάτι που θα απαιτούσε συγκεκριμένα στοιχεία της δικογραφίας, αλλά ποια ήταν η νόμιμη διαδικασία με την οποία τα στοιχεία των συγκεκριμένων ανηλίκων έφτασαν στις αρμόδιες αρχές.
Η υπόθεση πλέον βρίσκεται στη Δικαιοσύνη
Οι έξι ανήλικοι μαθητές αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν «διατάραξη της ειρήνης» και «διατάραξη της λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας», ενώ στους γονείς τους έχει αποδοθεί κατηγορία για «παραμέληση εποπτείας ανηλίκου». Η τακτική δικάσιμος για τους μαθητές έχει οριστεί για τις 10 Δεκεμβρίου 2026, ενώ για τους γονείς τους για τις 27 Μαΐου 2027.
Η υπόθεση, επομένως, έχει πλέον δύο διακριτές διαστάσεις.
Η πρώτη αφορά τι συνέβη κατά τη διάρκεια των μαθητικών κινητοποιήσεων και ποιες πράξεις αποδίδονται στους έξι ανηλίκους.
Η δεύτερη αφορά τη διαδικασία που ακολούθησε: ποιος εντόπισε τους συγκεκριμένους μαθητές, ποιος διαβίβασε τα στοιχεία τους στην Αστυνομία, με ποια νομική βάση κινήθηκε η διαδικασία και ποιος ήταν ο ρόλος των εισαγγελικών αρχών.
Σε αυτό το δεύτερο σκέλος βρίσκονται πλέον τα ερωτήματα που ζητούν συγκεκριμένες απαντήσεις από τα επίσημα στοιχεία της υπόθεσης.
Γιάννης Μ.Νέγρης