Στο επίκεντρο η διαδικασία με την οποία συλλέχθηκαν τα στοιχεία μαθητών και ακολούθησαν κλήσεις για καταθέσεις
Σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται οι Αρχές υποθέσεις μαθητικών καταλήψεων προκαλεί η διαδικασία κατά την οποία στοιχεία μαθητών φέρεται να ζητήθηκαν από διευθυντές σχολείων και στη συνέχεια μαθητές κλήθηκαν σε Αστυνομικά Τμήματα προκειμένου να καταθέσουν.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την ίδια την κατάληψη, αλλά κυρίως τη διαδρομή των προσωπικών στοιχείων των μαθητών από το σχολείο προς τις αστυνομικές αρχές και τη νομική βάση πάνω στην οποία πραγματοποιήθηκε αυτή η διαδικασία.
Το ερώτημα που τίθεται είναι συγκεκριμένο: με ποια ακριβώς εντολή ζητήθηκαν τα ονόματα των μαθητών και για ποια αξιόποινη πράξη διερευνήθηκαν στη συνέχεια;
Από τα σχολεία στα Αστυνομικά Τμήματα
Δεν πρόκειται για πρωτοφανές ζήτημα. Ανάλογες περιπτώσεις έχουν καταγραφεί και στο παρελθόν.
Το 2020, για παράδειγμα, η ΕΛΜΕ Ξάνθης είχε καταγγείλει ότι, κατόπιν εισαγγελικής εντολής, διευθυντές σχολείων κλήθηκαν στην Ασφάλεια Ξάνθης και ζητήθηκαν στοιχεία μαθητών που θεωρούνταν ότι συμμετείχαν ή είχαν ρόλο στις καταλήψεις.
Αντίστοιχο περιστατικό είχε καταγγελθεί και το 2024 στην Καλαμαριά, όπου, σύμφωνα με δημοσίευμα, είχε ζητηθεί από σχολική διεύθυνση να διαβιβαστούν στοιχεία μαθητών και στοιχεία επικοινωνίας των γονέων τους σχετικά με παλαιότερη κατάληψη.
Οι προηγούμενες αυτές υποθέσεις δεν αποδεικνύουν τι ακριβώς συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δείχνουν, όμως, ότι η συλλογή στοιχείων μαθητών στο πλαίσιο ερευνών για καταλήψεις έχει αποτελέσει και στο παρελθόν αντικείμενο εισαγγελικών και αστυνομικών ενεργειών.
Τι προβλέπει ο νόμος
Το άρθρο 38 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπει υποχρέωση των δημοσίων υπαλλήλων να ανακοινώνουν στον αρμόδιο εισαγγελέα αυτεπαγγέλτως διωκόμενες αξιόποινες πράξεις, όταν πληροφορούνται γι' αυτές κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Παράλληλα, ο Ν. 5090/2024 τροποποίησε το άρθρο 168 του Ποινικού Κώδικα, προβλέποντας ποινικές συνέπειες για συγκεκριμένες συμπεριφορές που διαταράσσουν τη λειτουργία χώρων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ο νόμος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 30 Α΄/23.2.2024.
Ωστόσο, από τις συγκεκριμένες διατάξεις δεν προκύπτει ένας γενικός κανόνας που να λέει ότι σε κάθε μαθητική κατάληψη ο διευθυντής υποχρεούται αυτομάτως να παραδίδει στην Αστυνομία κατάλογο με τα ονόματα των μαθητών.
Αυτό σημαίνει ότι σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση έχει σημασία να εξετάζεται η διαδικασία που ακολουθήθηκε.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι η εντολή
Εφόσον οι μαθητές πράγματι κλήθηκαν στη συνέχεια να καταθέσουν, η ουσία βρίσκεται πλέον στα έγγραφα της υπόθεσης.
Ποιος ζήτησε τα στοιχεία;
Υπήρξε εισαγγελική παραγγελία;
Υπήρξε έγγραφο της Αστυνομίας προς τη σχολική διεύθυνση;
Ποιο αδίκημα ερευνάται;
Με ποια ιδιότητα κλήθηκαν οι μαθητές;
Και ποια ακριβώς στοιχεία διαβιβάστηκαν από το σχολείο στις αρμόδιες αρχές;
Τα ερωτήματα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν πρόκειται για ανήλικους μαθητές.
Η κατάληψη και η εξατομίκευση ευθυνών
Η διερεύνηση μιας πιθανής αξιόποινης πράξης αποτελεί αρμοδιότητα των αρμόδιων αρχών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η συμμετοχή ενός μαθητή σε μια σχολική κινητοποίηση μπορεί να ταυτίζεται αυτομάτως με τη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος.
Η ύπαρξη κατάληψης, η διατάραξη της λειτουργίας ενός σχολείου και η εξατομίκευση πιθανών ποινικών ευθυνών είναι διαφορετικά ζητήματα.
Για τον λόγο αυτό, όταν ένας μαθητής καλείται στο Αστυνομικό Τμήμα, έχει ιδιαίτερη σημασία να είναι γνωστό για ποια συγκεκριμένη υπόθεση καλείται και με ποια ιδιότητα.
Οι απαντήσεις πρέπει να δοθούν θεσμικά
Η υπόθεση δεν μπορεί να κριθεί μόνο από καταγγελίες, δημοσιεύματα ή πληροφορίες που κυκλοφορούν.
Η απάντηση βρίσκεται στα επίσημα έγγραφα: στην τυχόν εισαγγελική παραγγελία, στο αίτημα της Αστυνομίας προς τη σχολική διεύθυνση και στα έγγραφα με τα οποία κλήθηκαν οι μαθητές.
Εκεί θα φανεί εάν υπήρξε συγκεκριμένη ποινική έρευνα, ποιο αδίκημα εξεταζόταν και ποια ήταν η νομική βάση για τη συλλογή και διαβίβαση των στοιχείων.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η Αστυνομία μπορεί να ερευνά μια κατάληψη. Είναι εάν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, η έρευνα πραγματοποιείται με σαφή νομική βάση, συγκεκριμένο αντικείμενο και τήρηση όλων των προβλεπόμενων διαδικασιών.