.
.
Το ζήτημα των σχολικών μονάδων ειδικής αγωγής στη Σάμο έχει πάψει προ πολλού να είναι τεχνικό ή συγκυριακό. Πρόκειται πλέον για χρόνια θεσμική αποτυχία, για την οποία ο Δήμος Ανατολικής Σάμου φέρει ακέραια την πολιτική και διοικητική ευθύνη.
Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις, τα έγγραφα των σχολικών μονάδων, τις εισηγήσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας και τις αποφάσεις του ίδιου του Δημοτικού Συμβουλίου, ο Δήμος δεν κατάφερε —ή δεν θέλησε— να εξασφαλίσει εγκαίρως ασφαλή και κατάλληλη σχολική στέγη για παιδιά με αυξημένες και απολύτως συγκεκριμένες ανάγκες.
Η ανάκληση της απόφασης μεταστέγασης αποτελεί το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο αυτής της αποτυχίας. Μια απόφαση που είχε ληφθεί, παρουσιαστεί ως αναγκαία και ψηφιστεί, παρέμεινε για μήνες ανεκτέλεστη. Και όταν πλέον η αδράνεια δεν μπορούσε να κρυφτεί, επιλέχθηκε η εύκολη λύση της ανάκλησης, με επίκληση παιδαγωγικών λόγων και «βελτίωσης της κατάστασης».
Όμως ας είμαστε ειλικρινείς: μια απόφαση δεν ανακαλείται επειδή δεν χρειάζεται, αλλά επειδή δεν υλοποιήθηκε. Και η μη υλοποίηση δεν ήταν αποτέλεσμα ανωτέρας βίας, αλλά έλλειψης σχεδιασμού, ταχύτητας και πολιτικής αποφασιστικότητας.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι ο Δήμος επιχειρεί να εμφανίσει ως επιτυχία μια σειρά από στοιχειώδεις παρεμβάσεις: καθαρισμούς, απολυμάνσεις, καθαιρέσεις σαθρών υλικών, μικροεπισκευές. Όλα αυτά όμως δεν συνιστούν λύση, ούτε μπορούν να βαφτίζονται «αναβάθμιση». Είναι το απολύτως ελάχιστο που όφειλε να είχε γίνει εδώ και χρόνια.
Η ειδική αγωγή δεν μπορεί να λειτουργεί σε καθεστώς προσωρινότητας, μπαλωμάτων και «βλέποντας και κάνοντας». Τα παιδιά αυτά δεν έχουν την πολυτέλεια της αναμονής, ούτε οι οικογένειές τους την υποχρέωση να αποδέχονται τη μετριότητα ως κανονικότητα.
Και ενώ η πραγματικότητα αυτή είναι γνωστή σε όλους, η δημοτική αρχή μεταθέτει συστηματικά τις ουσιαστικές λύσεις στο αόριστο μέλλον:
αναζήτηση κτιρίου χωρίς εξασφαλισμένο αποτέλεσμα,
εύρεση οικοπέδου χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα,
αιτήματα παραχώρησης και χρηματοδότησης χωρίς δεσμεύσεις.
Πρόκειται για μια πολιτική συνεχούς μετάθεσης ευθύνης, όπου τίποτα δεν κλείνει, τίποτα δεν ολοκληρώνεται και κανείς δεν λογοδοτεί.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η επικοινωνιακή στάση του Δήμου. Αντί για καθαρή ανάληψη ευθύνης, επιλέγεται η αποδόμηση καταγγελιών και η προσπάθεια υποβάθμισης της σοβαρότητας της κατάστασης. Όμως το ζήτημα δεν είναι αν υπήρξε ένα επιβεβαιωμένο περιστατικό ή όχι. Το ζήτημα είναι ότι οι ίδιες οι δημοτικές αποφάσεις και οι ίδιες οι παρεμβάσεις του Δήμου αποδεικνύουν ότι το κτίριο δεν πληροί τις απαιτήσεις μιας σύγχρονης δομής ειδικής αγωγής.
Η δημοτική αρχή του Πάρης Παπαγεωργίου οφείλει να απαντήσει καθαρά:
Πότε θα υπάρξει μόνιμη λύση;
Πού θα στεγαστούν αξιοπρεπώς οι δομές ειδικής αγωγής;
Και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τα χαμένα χρόνια;
Διότι κάθε νέα σύσκεψη χωρίς αποτέλεσμα, κάθε δελτίο Τύπου χωρίς λύση, κάθε «προσωρινή» διαχείριση που γίνεται μόνιμη, δεν είναι ουδετερότητα — είναι πολιτική επιλογή. Και αυτή η επιλογή έχει συνέπειες.
Η κοινωνία της Σάμου δεν ζητά χάρη. Ζητά το αυτονόητο:
σεβασμό στα παιδιά, σοβαρότητα στη διοίκηση και ευθύνη στην πολιτική πράξη.
Όσο αυτά δεν παρέχονται, η κριτική δεν είναι σκληρή.
Είναι απολύτως δικαιολογημένη.
Γιάννης Νέγρης